Άουτο ντα φε, Γ. Φ. Πιερίδης

enter image description here

“Άουτο ντα φε”, Γιώργου Φ. Πιερίδη

(απόσπασμα - για ολόκληρο το διήγημα: https://dl.poivron.org/pu6fz6qlumurhfabxwuh-xbbliayyjphibepn ) *

[…] Ό Δημητρός ήρτε πριν απ’ τη συνηθισμένη ώρα, κατ’ ευθείαν από τη δουλειά του με τ’ ασβεστωμένα ρούχα και το ζεμπυλάκι του στο χέρι. Πήγε στην άκρη όπου κάθονταν ο παπα Κυριάκος, τόνε χαιρέτησε, «καλησπέρα δάσκαλε», και κάθησε πλάϊ του.

Ήταν ένας άντρας ως τριανταπέντε χρονώ, αψηλός, σκυφτός, με γαλανά μάτια. Μίλαγε με την υπόκωφη φωνή των ανθρώπων πού έχουν αδύνατο το στήθος. Ωστόσο φαινόταν γερός. Τα χοντρά χέρια του με το στεγνό, σκονισμένο δέρμα, έδειχναν το επάγγελμα του - χτίστης. Κάθησε ακούμπησε τις απαλάμες του πάνω στα γόνατα του και περίμενε με την άγρυπνη σιωπή του ανθρώπου, πού είναι εμποτισμένος, από κάποιο κυρίαρχο σκοπό. Ό γέροντας τόνε κοίταξε με συμπάθεια και ξαναγύρισε στους συλλογισμούς του. Ατένιζαν κι οι δυό τους τον κάμπο κι ακολουθούσανε την ίδια σκέψη, ο καθένας με το δικό του τρόπο. Πρώτος μίλησε ο παπα Κυριάκος, σά νά ξανάπιανε μιαν αρχινισμένη κουβέντα. — Πήγα χτες στην Αλιά. Μίλησα με τους επίτροπους τής εκκλησίας, μα δε θέλουνε ν’ ακούσουν τίποτα. Μίλησα και με κάνα δυό άλλους... Από κανένα δε μπορείς να πάρεις μιά ξεκάθαρη κουβέντα, μά είναι όλοι τους μονόβουλοι να μη χωνεύουν το Λοΐζο... — Γιατί; Τους πείραξε τίποτα; Ρώτησε ο Δημητρός. — Τους αρωτάς και σου αποκρίνονται: είναι αριστερός, είναι κομμουνιστής. Θυμήθηκαν ακόμα και τα παλιά του, τότε πού ήτανε νταής και τόνε φοβόντουσαν.

Ό Δημητρός άκουγε σκεφτικός. Έκανε μιά πλατειά κίνηση με το χέρι του, σα να παραμέριζε κάποιο εμπόδιο, κι είπε: — Μα τούτα είναι παλιά ιστορία. Ολοι το ξέρουν πώς ο Λοΐζος, γίνηκε άλλος άνθρωπος απ’ τον καιρό πού ήρτε κοντά μας, στη συντεχνία. Γιατί βρήκανε τώρα να θυμηθούν πράματα περασμένα; Ο γέροντας κούνησε το κεφάλι του. — Τι να σου πω, παιδί μου. Άναψε η διχόνοια ανάμεσα μας, λες και μάς απαρνήθηκε ο θεός. Συμφωνώ μαζί σου πώς ο Λοΐζος άλλαξε, αν και δεν ξέρω αν είναι γιατί ήρτε κοντά σας, όπως λες. Σάματις λίγοι άνθρωποι μπήκανε στον ίσιο δρόμο γιατί ήρταν κοντά σε μένα, κοντά στο Θεό που υπηρετώ;... Όμως αυτό ‘ναι άλλη υπόθεση. Σήμερα ο Λοΐζος είν’ ένας καλός άνθρωπος και τον αγαπώ ακόμα πιο πολύ σα σκέφτουμαι τι ήταν χτες. Μα έχει κι αυτός, ο ευλογημένος, τις παραξενιές του. Την αψηφισιά και το πείσμα πού είχε άλλοτε, τάχει και τώρα με διαφορετικό τρόπο. Ένας φτωχός μεροκαματιάρης να μου στήνει κεφάλι αγνάντια σ’ όλο το χωριό, σα να μην είχε κανέναν ανάγκη...

Ο ήλιος εβασίλευε καταντικρύ στο βουνό και τόλουζε με τις τελευταίες αχτίνες, πού έκαναν να φαίνουνται ανάγλυφα οι κυματισμοί της γυμνές του επιφάνειες, ενώ ο κάμπος, πού ολημέρα χοχλάκιαζε κάτω απ’ το λιοπύρι, γίνηκε ήμερος κι απαλός. Πάνω στην άσπρη κορδέλλα του δρόμου, πού φιδοσέρνουνταν κι ανεβοκατέβαινε τις δίπλες του κάμπου, φάνηκε νάρχεται από μακριά, σηκώνοντας σύννεφο τη σκόνη, ένα λεωφορείο. Μπροστά στο καφενείο πέρασ’ ένα ξυπόλυτο αγόρι οδηγώντας ένα ζευγάρι μεγαλόσωμα βόδια, πού βάδιζαν ήσυχα και λικνιστικά. Οι τακτικοί πελάτες του Τρύφωνα αρχίνησαν να φτάνουν ένας ένας και το δροσερό υπαίθριο καφενεδάκι γέμισε σιγανές κουβέντες. — Ο καθένας έχει την περηφάνεια του, δάσκαλε˙ είπε ο Δημητρός. Με το να μη θέλει ν’ απαρνηθεί τις ιδέες του βλάφτει κανέναν ο Λοΐζος; Όχι... Γύρεψε μήπως από τους άλλους ν’ απαρνηθούν τις δικές τους; Γιατί να τους ενοχλεί τόσο το ότι ένας φτωχός βιοπαλαιστής δε δέχεται να ζει με σκυμμένο κεφάλι; — Παιδιά πού είσαστε όλοι σας! έκαμε ανυπόμονα ο παπα Κυριάκος. Εδώ άναψαν τα πάθη, οι άνθρωποι τρελάθηκαν, εγώ γυρεύω πως να προλάβουμ’ ένα κακό, πού μπορεί να ξεσπάσει από στιγμή, σε στιγμή, κι εσύ κάθεσαι και μου λες θεωρίες... Άκουσε: Το Σωτήρη του Χαριλλή τόνε ξέρεις. Δε γύρεψα εγώ να τόνε δω, μα σαν έμαθε για ποιο λόγο πήγα στην Άλια ήρτε μοναχός του και με βρήκε για μα μου πει δυο λόγια, νέτα σκέτα. «Ο κλεφτό Λοΐζος είν’ ένα αριστερό σκυλί κι εμείς δε θέλουμε τέτοιους στο χωριό». Έμοιαζε με αγγρισμένο ταυρί ο Σωτήρης, πού χτες ακόμα τσίριζε μέσ’ στην κολυμπήθρα σαν τόνε βάφτιζα. Κι εγώ πού σ’ άλλη περίσταση θα του τράβαγα τ’ αυτιά, σώπασα... Όχι, Δημητρό. Τέτοιες πυρκαγιές δε σβήνουν με τις θεωρίες. Πες του Λοΐζου να δώσει τόπο στην οργή. Είν’ ο μόνος τρόπος να προλάβουμε το κακό. Ό Δημητρός απόμεινε για λίγο σιωπηλός. Τέλος, αναστέναξε: —Ίσως... Η ζωή συνεχίζονταν φαινομενικά ανάλλαγη. Μόνο πού ένα κύμα καμωμένο από φτερουγίσματα ενθουσιασμών κι ανησυχίας και φόβου διαπότιζε τα πάντα.
Οι πιο αψοί άνοιγαν τα στήθια τους να χαρούν επί τέλους τους μεγάλους ανέμους, ενώ οι άλλοι, οι χλιαροί, πού θέλανε την ησυχία τους, κουλουριάζονταν μέσ’ στο καβούκι τους και χτυποκαρδούσαν. Ο βαρύς καιρός στοίβαζε ολοένα κι έχωνε μέσ’ στη θολούρα, τα πρόσωπα των ανθρώπων και κάπου κάπου άστραψαν στιγμές αμάχης, πού προμηνούσανε κακό.

Ο Λοΐζος έσφιγγε τα δόντια και πάλευε. Για το μεροκάματο. Και για ό,τι πίστευε πώς ήτανε το δίκιο του. Ήταν ένας λιγνός άνθρωπος, σαραντάρης. Οι τέλειες αναλογίες της σωματικής του διάπλασης και μια άνετη λιγεράδα πού είχε στις κινήσεις του έδιναν στο μέτριο μπόϊ του ένα παράστημα δύναμης κι’ εξουδετέρωναν κάθε εντύπωση κακομοιριάς, πού μπορούσε νάδιναν τα φτωχά μπαλωμένα ρούχα του κι οι στρατιωτικές αρβύλες, πού φόραγε δίχως κάλτσες. Τα κατάμαυρα μάτια του, το πρόσωπο του, πού ήταν μάλλον άσκημο, φωτίζονταν από μια έκφραση ψυχικής σκληραγωγίας κι αποφασιστικότητας. Έφτασε με το λεωφορείο της γραμμής μαζί με τους άλλους εργάτες, πού έρχονταν από τα στρατιωτικά έργα του***, μιαν ώρα απόσταση. Όμως ο Λοΐζος είχε να κάμει ακόμα τρία μίλια δρόμο με το ποδήλατο ώσπου να πάει στο φτωχικό του, στην Αλιά. Αυτό γίνονταν καθημερινά, πηγαμό το πρωί, ξημερώματα, ερχομό το δείλι, μισήν ώρα με το ποδήλατο, μιαν ώρα με το λεωφορείο. Πέρασε από το Συνεργατικό Παντοπωλείο, έβαλε λίγα ψώνια μέσα στο καλάθι πού κρατούσε, και πήγε στη Συντεχνία, οπού είχε αφημένο το ποδήλατο του απ’ το πρωί, κι όπου θα κάθονταν λιγάκι προτού πάρει το δρόμο για την Άλια. Εδώ μέσα, μόνο ‘δω μέσα ησύχαζε ή ψυχή του, πού όλες τις άλλες ώρες της ημέρας ήταν αγαναχτισμένη και κλειστή. Στο χωριό να τόνε σφίγγει κάθε στιγμή ο ανεξήγητη έχθρητα των άλλων. Στο σπίτι του να παλεύει με την ανέχεια. Στη δουλειά, στο χαμαλίκι, να σωπαίνει περιμένοντας μονάχα πότε θα τελέψει και τούτ’ ήμερα. Στο χωριό, στο σπίτι, στη δουλειά, στο κουραστικό πήγαιν’ έλα, παντού, να μην υπάρχει άλλο από τούτη την κατάθλιψη, πού τόνε περιζώνει, κι απ’ την αόριστη αναζήτηση, πού κουφοκαίει μέσα του. Μονάχα εδώ, στη συντεχνία του, βρίσκεται σε δικό του τόπο, ανάμεσα σε φίλους, πού μαζί τους αγωνίζεται και νοιώθει πώς κάπου, στα κατάβαθα, φυτρώνει ένας σπόρος, πού θ’ αναστηθεί, δε μπορεί, θ’ αναστηθεί κάποια μέρα για να δώσει καρπούς δικαιοσύνης. Μα πάνω απ’ όλες ετούτες τις ρευστές μορφές της ελπίδας ενός αδικημένου και πρωτόγονου ανθρώπου, εδώ μέσα βρήκε για πρώτη φορά ο Λοΐζος την περηφάνεια πού νοιώθει κανείς όταν πιστέψει πώς ή ύπαρξη του πήρε ένα νόημα. Ετούτο το συναρπαστικό αίσθημα ανέβασε άξαφνα την ταπεινή και δύσκολη ζωή του σ’ ένα επίπεδο αξιοπρέπειας, πάνω από τη φτώχεια, πάνω από τα ψεύτικα κριτήρια ανισότητας, κι αποκατάστησε τη χιλιοπληγωμένη περηφάνεια του. Ήταν σα μια κατάχτηση, πού κανένας δεν είχε το δικαίωμα να του την αφαιρέσει. «Κ α ν ε ν α ς», έλεγε μέσα του και τα μάτια του σπίθιζαν. Όταν περάσει τα τελευταία σπίτια του κεφαλοχωριού, ο δρόμος γίνεται ανηφορικός, ελαφρά στην αρχή, πιο απότομα όσο προχωράει, ώσπου φτάνει στ’ αψήλωμα, το καβαλικεύει και κατηφορίζει από την άλλη μεριά. Ό Λοΐζος πήγε ως τα μισά του ανήφορου, δυσκολεύτηκε να συνεχίσει με το ποδήλατο, πέζεψε και σπρώχνοντας το ποδήλατο με το δεξί του χέρι συνέχισε περπατητός. Όταν θάφτανε στην κορφή θα καβαλούσε πάλε το ποδήλατο και θα κύλαγε άκοπα τον κατήφορο ως τη ρεματιά. Μόλις όμως βρέθηκε στο ξάγναντο είδε κάτω ένα αυτοκίνητο σταματημένο μπροστά στο γεφυράκι της ρεματιάς. Ήταν το φορτηγό του Σωτήρη, το γνώρισε. Πλάϊ στο σταματημένο αυτοκίνητο στέκονταν τέσσερα πρόσωπα. Φαίνονταν να κουβεντιάζουν και κοιτούσαν κατά ‘δω. Ο Λοΐζος υποψιάστηκε. Τι περιμένουν εκεί δα τέτοιαν ώρα;... Ακούμπησε το ποδήλατο του στον κορμό μιας άγριλιας, κάθησε στη ρίζα της κι άναψε τσιγάρο. Να σκεφτεί. Τον τελευταίο καιρό ο Σωτήρης κι η παρέα του βάλθηκαν να φοβερίζουν, πότε με αόριστες κουβέντες, πότε ανοιχτά, το Λοΐζο όπου κι αν τον έβρισκαν. Ό Λοΐζος προσπάθαγε να κάνει πώς δεν καταλαβαίνει, όμως ή οργή κόρωνε μέσα του. Ως πότε θα μπόραγε να συγκρατιέται!... Μα γίνηκαν κι αλλά. Προχτές το μεγάλο του αγόρι ήρτε στο σπίτι κλαμένο πλανταμένο γιατί κάτι παιδιά τόφτυσαν και δε μπόρεσε να τα βάλει μαζί τους, ήτανε πολλά. Άρπαξε το παιδί από το χέρι και χύμηξε κατά το σκολειό, μα δε χρειάστηκε να πάει ως εκεί. Οι μικροί ανεύθυνοι βασανιστές είχαν ακολουθήσει το θύμα τους και μόλις έστριψε το στενό ο Λοΐζος βρέθηκε μπροστά τους.

— Ετούτοι είναι; Ρώτησε το γιό του, πού τους είχε κιόλας δείξει με το δάχτυλο. Ξεχώρισε τον πιο μεγάλο, σήκωσε το χέρι του και τούδωσ’ ένα μπάτσο. Οι μικροί γίνηκαν άφαντοι. Κι ο Λοΐζος φώναξε έτσι πού ν’ ακουστεί ως το καφενείο, πού βρίσκονταν λίγο πιο πέρα. — Απο τώρα και να πάει όποιος με πειράξει εμένανε ή τα παιδιά μου θα το μετανοιώσει. Όμως την άλλη στιγμή έμεινε σκεφτικός. ............................................................................... Μπορεί να τούστησαν καρτέρι εκεί κάτω... Τι να κάμει;... Να γυρίσει πίσω, να πάει να βρει τους φίλους του και να τους πει είδα το καί το κι υποψιάστηκα και δεν πάω στο σπίτι μου;... Κι ύστερα; Σάματις με το να το σκάσει ετούτη τη φορά θά σταματήσει το πράμα; Αν έχουν κάτι στο νου τους θα γυρέψουν Έλλην ευκαιρία. Εχτός αν το πάρει απόφαση να τα μαζέψει και να φύγει απ’ το χωριό. Όμως, αυτό, όοχι, δε θα γίνει να βάλει την ουρά του μέσ’ στα σκέλια του και να φύγει σαν κυνηγημένος σκύλος γιατί έτσι τους κάπνισε αυτουνούς. Κι έπειτα που θα πάει να βρει μια στέγη αυτός και τα παιδιά του, ή μήπως είναι τα πολλά που κερδίζει για να πλερώνει και νοίκι...

Ετούτα όλα τάχε συλλογιστεί πολλές φορές και πάντα κατάληγε να δένει το φρύδι του, να τόνε κυριεύει μια ορμή ν’ αντιμετωπίσει πρόσωπο με πρόσωπο την απειλή. Ας ξεκαθαρίσει το ζήτημα. Στο κάτω κάτω της γραφής αν πηγαίνουν για καυγά να τους κάμει να θυμηθούν πώς ο Λοΐζος δεν είναι δα και καμιά βρεμένη κότα. Ξέχασαν μήπως τον καιρό πού φοβόντουσαν τον ήσκιο του; Ας τον αφήσουν ήσυχο επί τέλους. Τράβηξε μια τελευταία ρουφηξιά, πέταξε το τσιγάρο του και σηκώθηκε. Τ’ αποφάσισε. Αν είναι και τον περιμένουν, ας μην το βάλει στα πόδια. Να ξεκαθαρίσει το ζήτημα, σαν άντρας με άντρες. Καβαλίκεψε το ποδήλατο και πήρε τον κατήφορο. Και γίνηκε όπως τόχε υποψιαστεί: Όταν πλησίασε το γεφυράκι τούφραξαν το δρόμο. — Στάσου και σε θέλουμε, του φώναξε ο Σωτήρης. Κατέβηκε, άφησε το ποδήλατο χάμω, νάχει και τα δυο του χέρια λεύτερα, και τους πλησίασε περιμένοντας τι θα πουν. Όμως από δω και πέρα τα πράματα ακολούθησαν άλλη τροπή από κείνη πού είχε φανταστεί. Δίχως να του πούνε λέξη του ρίχτηκαν κι οι τέσσερις. — Δέστε τον πιστάγκωνα τον προδότη, άκουσε το Σωτήρη να λέει. Την πρώτη στιγμή σάστισε. Ήταν έτοιμος για όλα. Να τούλεγαν την αμάχη τους, τις φοβέρες τους, να μίλαγε κι αυτός, παστρικά, να ξεκαθαρίσουν τι γυρεύει ο καθένας απ’ τον άλλον και τι έχει να φοβηθεί, να χτυπηθούν στο κάτω κάτω της γραφής κι άς τόνε σακάτευαν μια κι είναι πολλοί. Όμως ετούτονε το μπαμπέσικο τρόπο, να του πετάξουνε κατάμουτρα μια τέτοια βρωμιά δίχως καμιάν εξήγηση, όχι, δεν τον είχε βάλει ο νους του. Η αγανάχτηση τον έπνιγε, γίνηκε θηρίο κι άρχισε να χτυπάει λυσσασμένα, με τα χέρια, με τα πόδια, με το κεφάλι, με τόση ορμή, πού όι αντίπαλοι του τάχασαν. Χτύπαγε και φώναζε σα δαιμονισμένος. — Γιατί;... Γιατί;... Προδότης!... Γιατί!... Και δεν έβρισκε άλλο να πει, μόνο στην κάθε λέξη πού ξεφώνιζε πολλαπλασιάζονταν η μανία του. Οι άλλοι μούδιασαν, μα πρόλαβε ο Σωτήρης. — Βαράτε τον μωρέ. Ξαναχύμηξαν πάνω του κι ύστερ’ από μιαν άγρια πάλη μπόρεσαν να τσακίσουν την αντίσταση του. Τόνε σφιχτοκρατούσαν και κείνος λαχάνιαζε μα σώπαινε. Τα χείλη του είχανε πρηστεί. Έφτυσε. Αίμα. Τούδεσαν τά χέρια πιστάγκωνα μ’ ένα σκοινί, τον ανέβασαν απάνω στο καμιόνι, ανέβηκαν και κείνοι και ξεκίνησαν για το κεφαλοχώρι. Το ποδήλατο έμεινε πεταμένο εκεί δα. Ό Λοΐζος σώπαινε. Ήξερε πώς ό,τι και νάλεγε θάταν ανώφελο. Ετούτοι είχαν το σκοπό τους από τα πριν. Σταμάτησαν τ’ αυτοκίνητο στην πλατέα, μπροστά στην εκκλησιά, κατέβασαν το Λοΐζο και τον έδεσαν στον κορμό του γέρικου ευκαλύπτου, πού στέκονταν σα φρουρός απ’ έξω απ’ την αυλόπορτα της εκκλησιάς. Κι’ αμέσως άρχισαν να τον χτυπούν, στο στήθος, στο πρόσωπο, στην κοιλιά, αλόγιστα. — Προδότη... Κάθαρμα... Να!... Ένας πήγε και χτυπούσε την καμπάνα της εκκλησιάς. — Ελάτε χωριανοί. Ελάτε να φτύσετε τον προδότη. Σε λίγα λεπτά βρέθηκαν μέσ’ στην πλατέα κάμποσα παληκαράκια και, δίχως να ρωτήσουν τίποτα, βάλθηκαν να γιουχαΐζουν το Λοΐζο, να τόνε βρίζουν για την προδοσία του, για την ατιμία του, πού ήταν ολοφάνερη.

Μερικοί πήρανε σβάρνα τους δρόμους και καλούσανε συναγερμό. Γίνηκ’ ένα πανδαιμόνιο. Ό αδιάκοπος χτύπος τής καμπάνας, οι φωνές, οι τρεχάλες, ξεσήκωσαν την κώμη απ’ άκρη σ’ άκρη. — Τρεχάτε... Τρεχάτε... Στην πλατεία της εκκλησιάς τιμωρούν έναν προδότη. Αναστατώθηκαν οι πάντες και ξεκίνησαν από τα καφενεία, από τα σπίτια, από τα μαγαζιά -πού κλείναν βιαστικά τις πόρτες τους- και! τραβούσανε για την πλατέα. Γέροι, πού δυσκολεύονταν ν’ ανοίξουνε το βήμα, νέοι άντρες να τρέχουν, γυναίκες βαρείες, αργοκίνητες να κρατάν μωρά στην αγκαλιά τους και να σέρνουν άλλα κρεμασμένα στα φουστάνια τους, κοπέλες πού δεν τόλμαγαν να πάνε μόνες και καλούσαν ή μιά την άλλη και συνάζονταν βιαστικά στο κάθε στενά, στην κάθε γειτονιά, να σχηματίσουν ένα πολύχρωμο τσαμπί και να κατηφορίσουνε συσπειρωμένες, παιδιά, πλήθος παιδιά, ξυπόλυτα κι αναμαλλιασμένα, πού παράτησαν το παιχνίδι τους κι έτρεχαν για να προλάβουν ετούτο το άλλο παιχνίδι, το άγνωστο και συναρπαστικό. Ξαφνιασμένο κι ανήσυχο το ανθρωπομάνι ξεχύνονταν απ’ όλες τις μεριές. Άλλοι καταγαναχτισμένοι μέσ’ στην ευκολόπιστη καρδιά τους για την άτιμη πράξη του προδότη. Άλλοι από υπολογισμό, μπας και κόψουν πίσω και σημαδευτούν σαν αδιάφοροι. Άλλοι να τρέμουν, κατακομματιασμένοι ανέμεσα στη λιγοψυχιά τους και στην ανέλεη περιέργεια τους. Μερικοί έξαλλοι δίχως να ξέρουν καν για ποιο λόγο. Ακόμα, και χωρατατζήδες, να φωνάζουν ζήτω. Κι απάνω απ’ όλα ετούτα τα ποικίλα κι ομαδικά κι άμορφα συναισθήματα να πλανιέται σα μαύρο πούσι ο φόβος, ο τρελός φόβος, πού σμπαραλιάζει τον άνθρωπο και τόνε κάνει ανήμερο θηρίο. Συγκλονίστηκε ο πανάρχαιος τόπος, κι από τα έγκατα ξανάρταν σκοτεινοί, σκληροί καιροί. Πάνω σ’ αυτά τα τεντωμένα πρόσωπα, τα ορθάνοιχτα στόματα πού ξεφώνιζαν, τ’ αγριεμένα μάτια, βρυκολάκιασαν οι πρόγονοι, πού παραμόνευαν θαμένοι στα βάθη του χρόνου. Βρυκολάκιασαν και πάνε να λιθοβολήσουν τον αφορεσμένο. Ό Λοΐζος δοκίμασε στην αρχή ν’ αντισταθεί μα δεν είχε πια δύναμη. Σα βρέθηκε δεμένος πάνω στον κορμό του δέντρου άρχισε να βρουχιέται. — Γιατί προδότης;... Ψέματα!... Ψέματαα! Πώς όμως ν’ ακουστεί μέσα σε τούτη τη χλαλοή. Ήτανε κι ο πόνος από τα χτυπήματα κι η ανήμπορη οργή, πού τον έπνιγε. Αποκαμωμένος, λούφαζε για λίγο, μα ξανάβαζε τις φωνάρες. Ώσπου κάποιος τούχωσε μέσα στο στόμα ένα πανί και του σφιχτόδεσε από πάνω ένα μεγάλο παρδαλό μαντήλι. Τώρα πια του απόμειναν μόνο τα μάτια του για να συνεχίσει την απελπισμένη διαμαρτυρία. Όταν όμως είδε μερικούς να βγαίνουν μέσ’ από το πλήθος, να στέκουν αντικρύ του και να τόνε φτύνουν, έγυρε το κεφάλι πα’ στο στήθος του. Μέσα σ’ αυτήν όλη την κόλαση να μη βρεθεί μια συμπονετική ματιά!... Μονάχα ο Τρύφωνας, πού ήρτε κι αυτός να δει τι τρέχει και στέκονταν ανάμεσα στο πλήθος με την καρδιά του παγωμένη, δε βάσταξε κι άξαφνα, — Φτάνει, χριστιανοί, φώναξε. Φτάνει πια. Θα τον αποτελειώσετε.

Πλησίασε τον βασανιζόμενο και τότε μόνο γνώρισε το πρόσωπο του Λοΐζου πίσω από το φίμωτρο. Έσκυψε και δοκίμασε να λύσει τα δεσμά του. Κείνοι πού βρίσκονταν κοντά πισωδρόμησαν. Από το πλήθος ακούστηκ’ ένα σαλαγητό. Ό Λοΐζος σήκωσε το κεφάλι, κοίταξε τον Τρύφωνα και στα μάτια, του, πού έκλαιγαν, άστραψ’ ένα θερμό ευχαριστώ. Όμως άπ’ το σαλαγητό του πλήθους ξεχώρισε τώρα μια αγρία φωνή. — Είναι συνένοχος... Ό Τρύφωνας στράφηκε κι αντίκρισε στην πρώτη σειρά του κύκλου, πού στένεψε γύρω του, ένα, δυό, τρία πρόσωπα σκληρά να τόνε σημαδεύουν. — Τραβήξου αν θέλεις το καλό σου, είπε κάποιος βιαστικά και χαμηλόφωνα. Κατάλαβε τον κίνδυνο και τρόμαξε. Βρίσκονταν ολομόναχος απέναντι στο τυφλό, εξαγριωμένο πλήθος. Πρέπει να καταλαγιάσει πρώτα ή μανία τους, σκέφτηκε. Ας πάω καλύτερα να ειδοποιήσω το Δημητρό και τους άλλους... ή την αστυνομία... μα γιατί δε φάνηκε ή αστυνομία!... να ειδοποιήσω... ίσως προλάβουν... Ήτανε σαστισμένος. Γύρισε το πρόσωπο του αλλού, να μη βλέπει τα μάτια του Λοΐζου, αποτραβήχτηκε, χώθηκε μέσ’ στο συνωστισμό και μπόρεσε σιγά σιγά να βγει απ’ την πλατέα. Βιάζονταν να προλάβει... Σαν είδε τον Τρύφωνα να φεύγει από κοντά του ο Λοίζος έκλεισε τα μάτια του και ξανάγυρε το κεφάλι. Να πέθαινε! Ω, να πέθαινε! Δε βάσταγε άλλο... Κάποιος έριξε την πρώτη πέτρα μα αστόχησε και βρήκε τον κορμό του ευκαλύπτου. Ύστερα έριξαν άλλοι, πού βρήκανε το στόχο...

Κι άξαφνα τα μάτια τους τα τυφλωμέν’ από τον πανικό, πού τόνε συδαύλιζαν παρορμητικές φωνές ανάμεσα τους, είδαν εκείνο πού δεν έβλεπαν ως τήν προηγούμενη στιγμή -ότι χτυπούσαν και γιουχάϊζαν ένα κουρέλι, πού κρέμονταν απ’ τα δεσμά του ακίνητο και βαρύ. Μιά κρύα πνοή φρίκης άγγιξε τα φρένα τους κι ευθύς εκαταλάγιασε τ’ αγριομανητό. Ακούστηκαν αλαφιασμένα γυναικεία ξεφωνητά, ύστερα ένα μουλωχτό ωωωω! να βγαίνει από πολλά στήθη, κι ή πλατέα αρχίνησε ν’ αδειάζει. Ό ήλιος είχε βασιλέψει από ώρα και το σύθαμπο, πού πύκνωνε ολοένα, στάλαζε δέος μέσα στις ψυχές. Συλλογισμένοι κι αμίλητοι οι άνθρωποι απομακρύνονταν. Μερικοί ρώταγαν να μάθουν ποιος νάταν άραγε ο δεμένος προδότης, όμως δέ βρέθηκε κανείς να δώσει απόκριση. Δεν τόθελαν, όχι δεν τόχανε θελήσει να τέλειων’ έτσι. Η έρημη πλατέα βούλιαζε σιγά σιγά μέσ’ στο σκοτάδι κι απάνω απ’ το σκοτάδι υψώνονταν ολομόναχη, ασάλευτη, συλλογισμένη, η κορφή του ευκαλύπτου.

[…]

*Ευχαριστούμε τον μπλόκερ Ανευ ορίων για την αντιγραφή του αποσπάσματος του διηγήματος http://aneforiwn.blogspot.com.cy/2013/05/932013.html

Ρητορικές ερωτήσεις

Μιας τζιαι έφερεν η κουβέντα πάλε τους (ενδιάμεσα φρεσκοπλυμένους) φασίστες, ίντα που έκαμεν η αστυνομία με την Λεμεσιανή τραμπουκοσυμμορία; Εξαπόλυσεν τζιαι τους 3 η αστυνομία, τους 2 χωρίς κατηγορίες εγράφτηκεν στον τύπο. Τζιαι που τότε τίποτε, με για τον Κλεοβούλου με για τα παραπούλια του. Κρύψε να περάσουμε πάλε;

enter image description here

Όλοι οι καλοί χωράνε...

Ήταν πέντε ήταν έξι κι έγιναν εφτά...

...Τα λουλούδια δε μυρίζουν είναι πλαστικά :)

Χριστιάνα Ερωτοκρίτου (ΔΗΚΟ), Μαρία Παναγιώτου (ΕΔΕΚ), Ανδρέας Αποστόλου (Συμμαχία Πολιτών), Μιχάλης Γιωργάλλας (Αλληλεγγύη), Έφη Ξάνθου (Κίνημα Οικολόγων), Γεάδης Γεάδη (ΕΛΑΜ), Γιώργος Κέντας (Δημοκρατία των Πολιτών) για την αλλαγή στρατηγικής στο Κυπριακό.

enter image description here