Λύσην τωρά! Çözüm Şimdi! Solution now!

EN, GR, TR

Λύσην τωρά! Çözüm Şimdi! Solution now!

  1. Ελληνοκύπριοι, Τουρκοκύπριοι, Αρμένηες, Μαρωνίτες, ξένοι τζ̆αι ντόπιοι, που κατοικούμεν τζ̆αι αγαπούμεν τούτον τον τόπον, δηλώννουμεν ότι δεν θέλουμεν να ενωθεί με κανέναν κράτος, ούτε να μείνει μoιρασμένος. Καλούμεν τα ελληνοκυπριακά τζ̆αι τουρκοκυπριακά πολιτικά κόμματα που στηρίζουν την λύση να αναλάβουν πρωτοβουλίες για να το κάμουν γνωστόν τζ̆αι ξεκάθαρον προς τους ξένους τζ̆αι προς τους Κυπραίους ούλλους, ότι τούτον εν η πεποίθηση αλλά τζ̆αι ο στρατηγικός στόχος της πλειοψηφίας του λαού. Είναι η κυριόττερη σύγκλιση για την ασφάλειαν που χρειαζούμαστιν σήμμερα για να ξεπεραστεί το αδιέξοδον, να γνωρίζει τζ̆αι να εμπιστεύεται η μια κοινότητα τους πραγματικούς στόχους της άλλης. Καλούμεν τες πολιτικές δυνάμεις να στηρίξουν την προσπάθειαν των ηγετών για λύσην, δείχνοντας τους έμπρακτα το πολιτικόν υπόβαθρον πάνω στο οποίον θα χτιστεί η ομοσπονδία.

  2. Εμάς που υπογράφουμεν την δήλωσην τούτην, δεν επηρεάζεται η σκέψη μας που γόητρα παλιών πολέμων. Δρούμεν μαζίν ορθολογικά για την ειρήνην τζ̆αι το κοινόν μας μέλλον. Καλούμεν τους ηγέτες να απελευθερωθούν που τα όποια γόητρα τζ̆αι να επικεντρωθούν στην δουλειάν να ξεπεραστούν οι δυσκολίες. Καλούμεν τους να σταματήσουν να σπαταλούν ενέργειαν να ρίξει ο ένας τον άλλον που το γόητρον του τζ̆αι να χάννουν τον χρόνον ποιού εν τα φταισίματα, Ο κόσμος χρειάζεται να του δείξουν στην πράξην πως θα λειτουργήσει αρμονικά η αυριανή μας ομοσπονδία.

  3. Εμείς μελετούμεν τα γεγονότα για να δημιουργήσουμεν άποψην για το παρελθόν τζ̆αι να εμπνευστούμεν για έναν όμορφον τζ̆αι ειρηνικόν μέλλον. Οι ηγέτες να καλέσουν τους θεσμούς παιδείας των θκυ̮ο κοινοτήτων  να δηλώσουν ότι εν προσηλωμένοι σε μιαν εκπαίδευσην που σέβεται την ιστορίαν σαν επιστήμην τζ̆αι όχι πολιτικόν εργαλείον, τζ̆αι που σέβεται τους μαθητές σαν αθρώπους ελεύθερους, να έχουν δικήν τους κρίσην για τα γενονότα.

  4. Καλούμεν τα κόμματα που λαλούν ότι θέλουν λύσην να δηλώσουν ότι απέχουν που οποιανδήποτε προεκλογικήν δραστηριότηταν μέχρι τζ̆αι 4 μήνες πριν τες εκλογές για να δώσουν χώρον τζ̆αι χρόνον στους ηγέτες να καταλήξει η τρέχουσα προσπάθεια τους, ή να προχωρήσει σε σημείον μη επιστροφής, έτσι που να την συνεχίσει όποιος τζ̆αι να εκλεγεί αν δεν προλάβουν. Καλούμεν τους ηγέτες να προσηλωθούν πάνω στα σημαντικά προβλήματα για να έχουμεν σύντομα τες τελικές συγκλίσεις που θα ορίσουν την λύσην. Επιθυμούμεν οι επόμενες εκλογές να είναι ομοσπονδιακές τζ̆αι να ψηφίσουμεν ούλλοι οι Κυπραίοι τους άρχοντες πον να εφαρμόσουν την λύσην τζ̆αι θα θεμελιώσουν την ομοσπονδιακήν ειρήνην στον τόπον.

  5. Προσκαλούμεν τα κόμματα, τες οργανώσεις, τους ενεργούς πολίτες να αναλάβουν πρωτοβουλίες ενημέρωσης του λαού. Όπως φτάννουμεν στα δύσκολα με το θέμαν της ασφάλειας, να οργανωθούν δικοινοτικές συγκεντρώσεις όπου ΤΚ πολιτικοί της λύσης να εκθέσουν στο ελληνοκυπριακόν ακροατήριον την αντίληψην τζ̆αι τους φόβους των ΤΚ για την ασφάλειαν τζ̆αι  ΕΚ πολιτικοί της λύσης, να εξηγήσουν σε τουρκοκυπριακά ακροατήρια την αντίληψην τζ̆αι τους φόβους των ΕΚ. Καλούμεν πρωτοποριακές οργανώσεις της κοινωνίας, πολιτιστικές οργανώσεις, συνδέσμους καλιτεχνών, επαγγελματιών, να τολμήσουν να κάμουν το βήμαν για την πιο ειρηνικήν ένωσην, δημιουργώντας δικοινοτικές ομοσπονδίες, διόντας στες οργανώσεις τζ̆αινούρκαν δυνάμικήν απευθυνόμενοι σε ούλλους τους Κυπραίους.

  6. Η σημμερινή κρίση δείχνει ότι τα αδιέξοδα μας στην Κύπρον δεν μπορούν να ξεπεραστούν ούτε με επιβολήν της άποψης μιας αριθμητικής πλειοψηφίας που μιαν κοινότηταν πα στην άλλην, ούτε με το βέτο μιας μειοψηφίας που μπλοκκάρει, ούτε με την προσφυγήν στην βίαν από τρίτα κράτη που διαθέτουν στρατιωτικήν ισχύν, ούτε με τον αποκλεισμόν ή με αποχώρησην της μιας κοινότητας που τες πολιτικές αποφάσεις. Καλούμεν τους ηγέτες να γινούν πιο σοφοί τζ̆αι πολιτικά πιο δυνατοί που τα διδάγματα της κρίσης.

Λύσην τωρά! Çözüm Şimdi! Solution now!

  1. Kıbrıslı Rumlar, Kıbrıslı Türkler, Kıbrıslı Ermeniler ve Kıbrıslı Maronitler, yabancılar ve bu topraklarda yaşamayı seven yerliler olarak bizler, başka herhangi bir devletle birleşmek ya da bölünmüş bir şekilde yaşamak istemiyoruz. Çözümü destekleyen Kıbrıslı Rum ve Kıbrıslı Türk siyasi partilerine inisiyatif almaları ve Kıbrıs’ta ya da dışında yaşayan herkesi bunun halkın çoğunluğunun stratejik amacı olduğu noktasında bilgilendirmelerini istiyoruz. Günümüz çıkmazını aşmamızın tek yolu her iki toplumun da birbirlerinin gerçek hedeflerini bilmeleri ve güvenmelerinden gelir. Siyasi güçleri liderlerin, Federasyonun inşa edileceği siyasi bağlamda gerçek ve belirgin bir yol çizerek çözüme ulaşma çabalarının yanında durmaya çağırıyoruz.

  2. İmzası bulunan bizler, düşüncelerimizin eski savaşlarından etkilenmesine izin vermiyoruz. Birlikte ve mantıklı bir şekilde barış ve ortak geleceği hedefliyoruz. Liderleri, gururlarını bir kenara bırakıp halihazırda bulunan zorlukları aşmaları için gerekli çözümlere odaklanmaya çağırıyoruz. Birbirlerini aşağılamaya ve suçlamaya enerji harcamamalarını talep ediyoruz. Halk, liderlerden gelecekteki federasyonun nasıl çalışacağını göstermesini istiyor.

3.Tarihin gerçeklerini öğrenerek geçmişe dair bakış açıları yaratmak ve birlikte güzel ve barışçıl bir gelecek kurmak istiyoruz. Liderler her iki toplumun eğitim kurumlarına seslenip, temel eğitim prensiplerini örnek alarak, tarihi bir siyasi bir araç olarak değil, bir bilim dalı olarak görmelerini ve öğrencilere kendi yargılarını şekillendirebilecek özgür bireyler olarak saygı göstermeleri gerektiğini belirtmelidir.

  1. Kendilerini çözüm yanlısı ilan eden partilere, liderlere şu anki çabalarını tamamlamak için bolca zaman verme, ya da geri dönülmeycek noktayı aşmak için yeterli zaman yoksa, çabaların bir sonraki seçilen kişi tarafından devam etmesini sağlamak için seçimlerden 4 ay öncesine kadar hiçbir seçim hareketinde bulunmaması için sesleniyoruz. İki liderin, sorunun zorlu noktalarına odaklanmasını ve çözümün şeklini belirleyecek olan son noktaya ulaşmasını istiyoruz. Bir sonraki seçimin, tüm Kıbrıslıların çözümü tamamlayacak ve adadaki federal barışı sağlamlaştıracak lidere oy vereceği, federal bir seçim olmasını istiyoruz.

  2. Siyasi partilere, örgütlere ve sivil topluma insanları bilgilendirme insiyatifini almaları için sesleniyoruz. Şu anda güvenlik etrafında dönen zorlu problemlerde olduğumuzdan, Kıbrıslı Türklerin çözüm yanlısı siyasetçilerinin Kıbrıslı Rumlara korku ve görüşlerini aktaracağı ve Kıbrıslı Rum çözüm yanlısı siyasetçilerin Kıbrıslı Türklere korku ve görüşlerini anlatacağı iki toplumlu toplantılar olmalıdır. İlerici sivil toplum örgütlerine, kültür gruplarına, sanatçılara ve derneklere, cesaret edip barışçıl birleşme için önemli adımlar atmaları, iki toplumlu federasyonlar yaratarak organizasyonlarına bütün Kıbrıs’a hitap eden yeni bir dinamik getirmeleri için sesleniyoruz.

  3. Günümüzdeki kriz bize Kıbrıs’taki çıkmazın ne çoğunluğun fikrini tüm topluma kabul ettirmesi, ne azınlığın vetoyla karar vermeyi bloke etmesi, ne üçüncü ülkelerin askeri gücü, ne de diğer toplumu karar alma mekanizmasından atarak ya da birleşik kurumlardan çekilerek çözülemeyeceğini gösteriyor. Liderlerimize, siyasi olarak daha da güçlenmek için, akıllıca hareket etmeleri ve bu krizden bişeyler öğrenmeleri için sesleniyoruz. Barışı şimdi istiyoruz! Dayanışma - Kıbrıslı blogcular

Solution now! Çözüm Şimdi! Λύσην τωρά!

  1. We Greek Cypriots, Turkish Cypriots, Armenian Cypriots and Maronite Cypriots, foreigners and locals living and loving this land, state that we don't want it to be unified with any other state or remain divided. We call upon Greek Cypriot and Turkish Cypriot political parties that support a solution to take the initiative to inform everyone abroad and in Cyprus that this is the belief and the strategic purpose of the people's majority. The main convergence necessary to overcome the impasse today is for each community to know and to trust the real aims of the other. We call upon the political forces to stand by the leaders' effort to achieve a solution by manifesting in a real and specific way the political context within which the federation will be built.

  2. We the undersigned will not allow our thoughts to be influenced by the glamor of old battles. We act together and rationally aiming for peace and a common future. We call upon the leaders to let go of pride and focus on the work that needs to be done to overcome the existing difficulties. We call upon them to stop wasting energy trying to humiliate each other and blaming each other. The people need to see the leaders actively demonstrate how our future federation can function.

  3. We study the facts of history in order to formulate our perspectives about the past and get inspired towards building a beautiful and peaceful future. The leaders should call upon the educational institutions of the two communities to state that they are intent on applying educational principles that respect history as a science and not as a political tool, with respect to students as free humans with their own judgment.

  4. We call on the political parties that consider themselves to be pro-solution to declare that they will abstain from any electioneering activity for up to 4 months before the elections, in order to give the leaders ample time to conclude their current effort, or if there's not enough time to get past the point of no return, so that the effort can be continued by whoever is elected. We call on the two leaders to focus on the outstanding issues of the problem so that we can soon arrive at the final convergences that will define the shape of the solution. We desire the next elections to be federal so that all Cypriots can vote for the leaders who will implement the solution and will cement federal peace on the island.

  5. We call on political parties, organizations and civil society to take the initiative of informing the people. Aw we move in the difficult issues around security, there should be bicommunal gatherings where Turkish Cypriot pro-solution politicians will explain their fears and perspective to a Greek Cypriot audience and Greek Cypriot pro-solution politicians will explain to a Turkish Cypriot audience their fears and perspective. We call on progressive civil society organizations, cultural groups, artist and professional associations to dare and take the crucial steps towards peaceful reunification, by creating bicommunal federations, giving their organizations a new dynamic by addressing all Cypriots.

  6. The present crisis shows that the impasse in Cyprus can be overcome neither by imposing the opinion of the majority of one community over the other, nor by a minority veto blocking decision-making, nor by resorting to the military strength of third countries, nor by ruling out the other community from decision-making or walking out from joint institutions. We call on our leaders to become wiser and learn from this crisis, so as to emerge politically stronger.

Το ψήφισμα της Βουλής συνιστά ντροπή για όλους τους Κυπρίους

Όσο και να προσπαθούν οι διχοτομιστές των δυο πλευρών να τονίσουν και να αναπαραγάγουν την δια-κοινοτική πτυχή της σύγκρουσης που προκάλεσε το απαράδεκτο ψήφισμα της Βουλής, είναι ξεκάθαρο ότι η ενδο-κοινοτική διαμάχη είναι πιο ισχυρή και πιο καθοριστική. Το ψήφισμα της Βουλής για επιπλέον εορτασμό της συλλογής υπογραφών το 1950 είναι προκλητικό και προσβλητικό όχι μόνο για τους Τουρκοκύπριους αλλά και για μια μεγάλη μερίδα Ελληνοκυπρίων. Κατ’ ακρίβεια ο χώρος, ο χρόνος και ο τρόπος με τον οποίο έγινε συνιστά ντροπή για τους Κυπρίους συνολικά. Όχι μόνο γιατί συνειδητά υπηρετεί σήμερα την διχοτόμηση, αλλά και γιατί αντιστρατεύεται ιδεολογικά την κυπριακή αυτονομία, και γιατί πολεμά συμβολικά την υπόθεση της κυπριακής ανεξαρτησίας και κυρίως γιατί υμνεί τη σκοταδιστική εποχή της Εθναρχίας. Την εποχή των δημόσιων δηλώσεων υποταγής στην Εθναρχούσα Εκκλησία και την επιβολή της δικής της σάπιας «εθνικής ενότητας». Αλλά ακόμα και σε εκείνες τις εποχές και σε εκείνες τις συνθήκες της ανωριμότητας, υπήρχαν αριστερές φωνές που αντιστάθηκαν στον παραλογισμό και στην πορεία της καταστροφής: «Ειδικά πάνω στο ενωτικό ζήτημα...σήμερα δεν είμαι διατεθειμένος να πειθαρχήσω σε ανεδαφικά και ανόητα συνθήματα και να θυσιάσω ουδέ το μικρό μου δακτυλάκι.» Αδάμ Αδάμαντος, επιστολή παραίτησης από ΑΚΕΛ, 4/9/1952. Όλοι και όλες την Παρασκευή, 15.00 δικοινοτικά, έξω από την Βουλή με την Πρωτοβουλία Εκπαιδευτικών Ενωμένη Κύπρος και την Συντεχνία τ/κ δασκάλων KTÖS. ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ, ΟΜΟΣΠΟΝΔΗ, ΕΠΑΝΕΝΩΜΕΝΗ ΚΥΠΡΟΣ.

No matter how hard the partitionists in the two sides attempt to accentuate and reproduce the inter-communal aspect of the contention caused by the inadmissible resolution of the Parliament, it is clear that the intra-communal aspect of the contention is far stronger and more decisive. The resolution of the Parliament for the celebration of the 1950 petition is provocative and offensive not only for the Turkish Cypriots but for a large portion of Greek Cypriots as well. In fact the space, the time and the way that this happened is shameful for all Cypriots. Not only because it intentionally serves the partition today, but also because it is ideologically opposed to Cypriot autonomy, because it symbolically combats the case of Cypriot independence and mainly because it celebrates the obscurantist era of the Ethnarchy. An era of public statements of submission to the Ethnarchic Church and the imposition of its own rotten "national unity". But even in those times and in those conditions of immaturity there were left-wing voices that resisted the absurdity and the path of destruction: "Especially on the enosis issue ... today I'm not willing to discipline to unrealistic and silly slogans and not willing to sacrifice even my little finger." Adam Adamantos, resignation letter from AKEL, 4/9/1952. We all gather on Friday at 15.00, bi-communally, outside the Parliament with the Teachers’ Initiative United Cyprus and the Trade Union of T/C Teachers, KTÖS. INDEPENDENT, FEDERAL, REUNITED CYPRUS.

Ιδεολογικά Διλήμματα στο εσωτερικό του Ελληνοκυπριακού Εθνικισμού

του Κυριάκου Παχουλίδη, Εκπαιδευτικού/ Κοινωνικού Ψυχολόγου

Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο του Μακάριου Δρουσιώτη, Δύο Απόπειρες και μια Δολοφονία(1), στο οποίο, με αφετηρία τα γεγονότα της Κοφίνου το Νοέμβριο του 1967, διερευνά την ανάμειξη της Χούντας των Αθηνών και τη δράση της στις εξελίξεις του Κυπριακού την περίοδο 1967 - 1970. Ο Δρουσιώτης, μέσα από συστηματική μελέτη πρωτογενών πηγών και εγγράφων, έχοντας στη διάθεσή του το Αρχείο του πρώην Αρχηγού της ΚΥΠ, Γεώργιου Τομπάζου και μη διστάζοντας να κάνει και αυτοκριτική αναθεωρώντας προηγούμενές του εκτιμήσεις και ερμηνείες, επιχειρεί μια κριτική θεώρηση της εποχής που μελετά μακριά από προκαταλήψεις και ιδεοληπτικές εμμονές. Σε αντίθεση με τον κυρίαρχο πολιτικό λόγο, ο οποίος περιοριζόμενος στην καταγγελία της καταστροφικής για τον τόπο, αντιδημοκρατικής και εγκληματικής δράσης των ακραίων εθνικιστικών στοιχειών ολόκληρη την περίοδο από το 1960 μέχρι το 1974, την χρησιμοποιεί σαν ένα είδος δεξαμενής του Σιλωάμ, μέσα στην οποία ξεπλένεται η ελληνοκυπριακή κοινότητα (και ιδιαίτερα η επίσημη πολιτική του Κυπριακού Κράτους το οποίο βρισκόταν υπό τον πολιτικό της έλεγχο) από κάθε ενοχή σε σχέση με ό,τι έγινε στον τόπο τη συγκεκριμένη περίοδο, ο Δρουσιώτης δε διστάζει να ασκήσει αυστηρή κριτική τόσο στην πολιτική του Προέδρου Μακαρίου και της λεγόμενης μακαριακής παράταξης όσο και στη δράση της ακροδεξιάς και της λεγόμενης γριβικής παράταξης, επιχειρώντας να αποστασιοποιηθεί από τις πολιτικές και ιδεολογικές αντιπαραθέσεις της εποχής δείχνοντας διάθεση να αντιμετωπίσει κάθε ιστορικό πρωταγωνιστή με δίκαιο και αντικειμενικό τρόπο. Το κατά πόσο το κατορθώνει παραμένει ανοιχτό στην κρίση του κάθε αναγνώστη. Η ανάγνωση την οποία επιχειρεί ο Δρουσιώτης τόσο μέσα από το συγκεκριμένο του βιβλίο όσο και μέσα από το προηγούμενο με τίτλο Η Πρώτη Διχοτόμηση(2), συμβάλλει αποφασιστικά στην αποδέσμευση των ιστορικών γεγονότων από την αποκλειστική διασύνδεσή τους με άτομα και προσωπικές επιλογές ή από σενάρια που μιλούν για διεθνείς συνωμοσίες, αναδεικνύοντας παράλληλα, εμμέσως πλην σαφώς, τον καθοριστικό ρόλο που διαδραματίζει η ιδεολογία ως μήτρα κοινωνικών αναπαραστάσεων, στάσεων και πεποιθήσεων, πεδίο οικοδόμησης κοινωνικών ταυτοτήτων και κατ΄ επέκταση ως πλαίσιο οργάνωσης της συλλογικής δράσης.

Οι Billig κ.ά. (1998)(3), σε αντίθεση με άλλους ερευνητές και διανοητές,(4) υποστηρίζουν ότι η ιδεολογία, είτε αυτή αφορά το συγκροτημένο προϊόν του φιλοσοφικού και διανοητικού αναστοχασμού είτε αφορά το γενικότερο τρόπο που μια συλλογική οντότητα προσλαμβάνει τη σχέση της με το χώρο, το χρόνο και τον κόσμο, αποτελεί γενέθλιο χώρο συγκρούσεων και αντιπαραθέσεων. Σύμφωνα με τους ίδιους ερευνητές, κάθε ιδεολογία φέρει ή παράγει διλημματικά θέματα και αντιθετικά σχήματα που αναδεικνύονται σε κεντρικά ενδο-ιδεολογικά διακυβεύματα παρεισφρέοντας στην καθημερινή σκέψη και δράση.

Η προσέγγιση της ιδεολογίας ως χώρου ανάδυσης και διαχείρισης ιδεολογικών διλημμάτων θεμελιώνεται στη ρητορική προσέγγιση των κοινωνιοψυχολογικών φαινομένων (Billig, 1987)(5) και υπογραμμίζει ότι το ιδεολογικό πλαίσιο επιτρέπει και επιβάλλει τη γόνιμη σκέψη και τον προβληματισμό, καλλιεργεί το διάλογο και τροφοδοτεί αντιπαραθέσεις, τόσο σε ιδιωτικό (ενδο-ατομικό) όσο και σε δημόσιο επίπεδο. Κατά τον τρόπο αυτό, η συγκεκριμένη προσέγγιση τοποθετείται απέναντι σε όσες προσεγγίσεις θέλουν την ιδεολογία ως ένα συνεκτικό, άκαμπτο και δογματικό σύστημα που οδηγεί σε ένα αφόρητα καταναγκαστικό τρόπο σκέψης επιφυλάσσοντας για τα ιδεολογικά υποκείμενα αποκλειστικά το ρόλο του καταναλωτή ιδεολογικού λόγου: υποκείμενα δηλαδή χωρίς κριτική σκέψη υποταγμένα στα ιδεολογικά προστάγματα. Σε μια πραγματικά πρωτότυπη εργασία ο Billig καταδεικνύει ότι ακόμη και στο εσωτερικό μιας για τους περισσότερους, άκαμπτης και απόλυτα συνεκτικής ιδεολογίας που απαιτεί και εξασφαλίζει την τυφλή υποταγή των οπαδών της, της φασιστικής ιδεολογίας, αναδύονται ενδο- ιδεολογικά διλήμματα γύρω από τα οποία συγκροτούνται ενδο-ομαδικά ρεύματα και αντιπαραθέσεις. Μέσα από την έρευνα του ο Billig καταδεικνύει ξεκάθαρα ότι, αφενός, το περιεχόμενο των κοινωνικών ταυτοτήτων (στην προκειμένη περίπτωση η φασιστική ταυτότητα) δεν είναι ούτε μονοσήμαντο αλλά και ούτε σταθερό και άκαμπο και, αφετέρου, ότι οι διαφορετικές θέσεις/εκφράσεις της ταυτότητας λειτουργούν ως διαμεσολαβητές ανάμεσα στην πρόσληψη της κοινωνικής πραγματικότητας και την κοινωνική συλλογική δράση.

Η αντιπαράθεση ανάμεσα στη μακαριακή και τη γριβική παράταξη στο εσωτερικό της ελληνοκυπριακής κοινότητας τη δεκαετία του 1960, μπορεί να ερμηνευτεί ως μια (ενδο-) ιδεολογική αντιπαράθεση στο εσωτερικό του κυρίαρχου ελληνικού αλυτρωτισμού στο νησί. Και οι δύο παρατάξεις, κινούμενες στο πεδίο σημαινόντων συμβόλων που ο ελληνικός εθνικισμός εγκαθίδρυσε στο νησί στα τέλη του 19ου και τις απαρχές του 20ου αιώνα(6), ήταν κοινωνοί/φορείς της ίδιας ελληνοκεντρικής αναπαράστασης της Κύπρου και του λαού της εκφράζοντας και οι δύο μια ουσιοκρατική ελληνοκεντρική εκδοχή της εθνικής ταυτότητας. Η αναπαράσταση αυτή προβλέπει μια ελληνοκεντρική ανάγνωση της ιστορίας του νησιού, νομιμοποιεί την πολιτική επιδίωξη της ένωσης με την Ελλάδα και καθορίζει την ελληνική ταυτότητα των ελληνόφωνων Χριστιανών κατοίκων του.

Η αντιπαράθεση μεταξύ μακαριακών και γριβικών δεν αφορούσε την ουσία του προβλήματος (και για τις δύο πλευρές, ή καλύτερα για τη συντριπτική πλειοψηφία των Ελληνοκυπρίων η Κύπρος ήταν ένα ακόμη ελληνικό νησί) ούτε και τον επιθυμητό στόχο (“ένωση”) αλλά τον τρόπο που θα επιτυγχανόταν ο στόχος αυτός. Η πρώτη ρήξη σημειώθηκε με σημείο αναφοράς τον τρόπο προσέγγισης (αναπαράσταση) της Κυπριακής Δημοκρατίας και αφορούσε το βαθμό που αυτή θα μπορούσε να εξυπηρετήσει τους στόχους της εθνικής ολοκλήρωσης (ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα). Η μακαριακή παράταξη προσλάμβανε την Κυπριακή Δημοκρατία ως ένα μεταβατικό στάδιο στην πορεία για την εθνική ολοκλήρωση, υποδεικνύοντας τους κινδύνους που ενείχε η μονομερής της εγκατάλειψη και υποδεικνύοντας ως επιβεβλημένη πορεία την προσπάθεια βελτίωσης της Συμφωνίας της Ζυρίχης/Λονδίνου. Από την άλλη πλευρά, η ενωτική – εθνικόφρων παράταξη (γριβική παράταξη) προσλάμβανε την Κυπριακή Δημοκρατία ως απειλή για την εθνική ταυτότητα των Ελλήνων της Κύπρου, θεωρώντας ότι επιβαλλόταν η μονομερής καταγγελία της Συμφωνίας Ζυρίχης – Λονδίνου και η συνέχιση της μαχητικής διεκδίκησης της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα.

Στην πορεία της δεκαετίας του 1960 σε καμιά περίπτωση δεν αμφισβητείται ο ηγεμονικός χαρακτήρας της ελληνοκεντρικής αναπαράστασης της Κύπρου από καμιά οργανωμένη ή μη οργανωμένη πολιτική οντότητα. Ωστόσο, στα τέλη της δεκαετίας, η αντιπαράθεση μακαριακών/γριβικών κορυφώνεται, καθώς αρθρώνεται γύρω από το δίπολο το οποίο ο ίδιος ο Πρόεδρος Αρχιεπίσκοπος Μακάριος διατύπωσε, διαχωρίζοντας το εφικτό (“ένωση”) από το ευκταίο (μια ανεξάρτητη πλην όμως ελληνική Κύπρος(7)).

Τόσο η αρχική αντιπαράθεση, γύρω από το δίλημμα, αποδοχή των Συμφωνιών με προοπτική τη μελλοντική τους βελτίωση vs άμεση καταγγελία των Συμφωνιών, όσο και η τελική (για την περίοδο πριν το 1974) αντιπαράθεση γύρω από το δίλημμα, εφικτό vs ευκταίο αποτελούν εκφράσεις της ίδιας αντιθετικής αντινομίας, διαλλακτικότητα (μετριοπάθεια, συμβιβασμός) vs αδιαλλαξία (αγωνιστικότητα, ανυποχωρητικότητα).

H αντιθετική αντινομία, αδιαλλαξία/ανυποχωρητικότητα vs διαλλακτικότητα/υποχωρητικότητα, διατρέχοντας διαχρονικά το πεδίο σημαινόντων συμβόλων του ελληνικού εθνικισμού της Κύπρου προσαρμόζεται στις εκάστοτε πολιτικές εξελίξεις έχοντας διαφορετικό κάθε φορά περιεχόμενο και λειτουργώντας ως οργανωτική αρχή γύρω από την οποία στοιχίζονται πολιτικές παρατάξεις με διαφορετικά πολιτικά προγράμματα σε σχέση με τις μελλοντικές επιλογές της κοινότητας.

Γύρω από τη συγκεκριμένη αντινομία αρθρώθηκε η πρώτη ουσιαστική αντιπαράθεση στο εσωτερικό του ελληνικού εθνικισμού της Κύπρου, το αποτέλεσμα της οποίας θεμελίωσε το μαχητικό ενωτικό κίνημα και έθρεψε τη διαλεκτική της μισαλλοδοξίας στο νησί. Πρωταγωνιστές αυτής της πρώτης ενδο-ιδεολογικής αντιπαράθεσης ήταν από τη μια η εθνικόφρων/αδιάλλακτη και από την άλλη η διαλλακτική/μετριοπαθής παράταξη. Η αντιπαράθεση των δύο παρατάξεων εξέφραζε από τη μια τη διαφοροποίηση ανάμεσα σε μια πιο παραδοσιακή, μάλλον εθνοθρησκευτική έκφραση της συλλογικής ταυτότητας (διαλλακτικοί) και μια πιο νεωτερική, κοσμική (εθνικιστική) και συνάμα, για την εποχή, ριζοσπαστική, έκφρασή της, και από την άλλη, μια διαφοροποίηση στην προσέγγιση των σχέσεων με τη Βρετανική Αρχή και τον τρόπο διεκδίκησης του κοινού στόχου/αιτήματος (πολιτική ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα). Ο Νικόλαος Καταλάνος (1914/2003, σελ. 155-156)(8), μαχητικός υπέρμαχος της παράταξης των εθνικοφρόνων, σημειώνει σχετικά:

“Από ικανού ήδη χρόνου εν τω Νομοθετικώ εξεδηλώθη αντίθεσις και διάστασις φανερά μεταξύ των Ελλήνων αντιπροσώπων ου μόνον περί τας γνώμας και κρίσεις επί των διαφόρων νομοθετικών μέτρων […] αλλά και προς την στάσιν και την πολιτεία του τόπου έναντι της κυβερνήσεως. Οι μετριόφρονες και διαλλακτικοί εφαίνοντο φρονούντες ότι θα επετύγχανον υπέρ του τόπου πλείονα αγαθά οικονομικά και πολιτικάς ίσως ελευθερίας...”

Οι εθνικόφρονες/αδιάλλακτοι, προτάσσοντας μια πιο μαχητική και πιο διεκδικητική πολιτική πρόταση, επέμεναν στα τέλη του 19ου αιώνα ότι τη λύση στα προβλήματα του κυπριακού λαού (των Ελλήνων της Κύπρου) θα έδινε μόνο η ένωση με την Ελλάδα, σε αντίθεση με τους μετριοπαθείς/διαλλακτικούς οι οποίοι επιλέγουν μια πιο πραγματιστική και ρεαλιστική πολιτική (αλλά συνάμα και πιο συντηρητική), φιλοδοξώντας να επιτύχουν επίλυση των προβλημάτων που αντιμετώπιζαν οι Έλληνες του νησιού μέσα από την οικοδόμηση καλών σχέσεων με τη Βρετανική Αρχή.

Χαρακτηριστική έκφραση του διλήμματος, αδιαλλαξία/ανυποχωρητικότητα vs διαλλακτικότητα/υποχωρητικότητα, σημειώνεται με αφορμή την πρόταση της Βρετανικής Αρχής για τη σύγκλιση Διασκεπτικής το 1947.

Μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η Βρετανική Κυβέρνηση, διαψεύδοντας τις ελπίδες των Ελληνοκυπρίων ότι θα μπορούσε να παραχωρήσει την Κύπρο στην Ελλάδα στα πλαίσια των καλών σχέσεων των δύο χωρών, αποφασίζει να προχωρήσει στην αποκατάσταση των πολιτικών και συνταγματικών ελευθεριών στο νησί. Για το σκοπό αυτό και μη επιθυμώντας να επιβάλει στην αποικία κάποια συγκεκριμένη μορφή διακυβέρνησης, έλαβε την απόφαση να συγκαλέσει σε μια Διασκεπτική Συνέλευση τους εκπροσώπους του κυπριακού πληθυσμού, προκειμένου να τη συμβουλεύσουν αναφορικά με τη μορφή του συντάγματος το οποίο θα ήταν κατάλληλο για της συγκεκριμένες συνθήκες της Κύπρου (Κατσιαούνης, 2000, σελ. 228)(9) . Η σύγκλιση της Διασκεπτικής, το καλοκαίρι του 1947, αντιμετωπίστηκε με διαφορετικό τρόπο από τις δύο κεντρικές πολιτικές ελληνοκυπριακές παρατάξεις παραπέμποντας άμεσα στο ιδεολογικό δίλημμα μετριοπάθεια/υποχωρητικότητα vs αδιαλλαξία/ανυποχωρητικότητα. Η εθνικόφρων παράταξη απέρριψε κατηγορηματικά τη συμμετοχή της στη Διάσκεψη χαρακτηρίζοντας τη σύγκλιση της Διασκεπτικής Συνέλευσης ως παγίδα και κάλεσε τον “κυπριακό λαό ” όπως ομόθυμα συνεχίσει τον αγώνα με αποκλειστικό στόχο την ένωση. Σε διάγγελμά10 του τη 14η Ιουλίου 1947 o Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Λεόντιος σημείωνε χαρακτηριστικά ότι με την πρόσκληση της η Βρετανική Κυβέρνηση

“…προσφέρει στον Κυπριακόν Λαόν την μάχαιραν, ίνα ούτος με τας ιδίας του χείρας σφαγιάση το εθνικόν αυτού δίκαιον. Καθότι είναι αναμφισβητήτως πρόδηλον ότι εις τούτο κατατείνει οιαδήποτε συνεργασία του Κυπριακού Λαού προς επεξεργασίαν Συντάγματος και είναι αυτονόητον ότι δια ταύτης συνεργασίας εν τη Συμβουλευτική Συνελεύσει επιζητείται να προσυπογράψει ο Κυπριακός Λαός την συνέχισιν της δουλείας του […] πάσα παρέλκυσις της δια της Ενώσεως λύσεως του Κυπριακού ζητήματος θα εσήμαινε παράτασιν αφορήτου δουλείας.” Από την άλλη πλευρά η Παράταξη Εθνικής Συνεργασίας, καρπός της συνεργασίας του κομουνιστικού Α.Κ.Ε.Λ. με μια ομάδα φιλελεύθερων αστών (με επικεφαλής τον Ιωάννη Κληρίδη), με δεδομένη την άρνηση της Εθνικόφρονος Παράταξης να συναινέσει στη συγκρότηση ενός ενιαίου μετώπου, αποφάσισε να λάβει μέρος στη Διάσκεψη θεωρώντας ότι το σύνταγμα θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μέσο διεξαγωγής του εθνικού αγώνα για την προώθηση της ένωσης. Σε σχετική της ανακοίνωση(11), σημειώνοντας ότι η απουσία ολόπλευρης οργάνωσης στις δεδομένες συνθήκες συνιστούσε γελοιοποίηση του ενωτικού αγώνα του κυπριακού λαού, σημείωνε ότι αποφάσισε όπως

“τα μέλη της όσα προσεκλήθηκαν ή θα προσκληθούν εις την Συμβουλευτικήν Διάσκεψιν να αποδεχθούν την πρόσκλησιν αφού καταστήσουν σαφές εις την Κυβέρνησιν ότι η αποδοχή των δεν σημαίνει παραμέρισιν της Ενωτικής αξιώσεως του Λαού ή απαλλαγήν της Μ. Βρεττανίας από την ασυνέπειαν προς την αρχήν της αυτοδιαθέσεως των Λαών δια την οποίαν εκαξολουθούμεν να την κρατούμεν υπόδικον έναντι της παγκοσμίου φιλελευθέρας γνώμης και ότι ο Λαός θα χρησιμοποιήση τας εξουσίας τας οποίας θα αποκτήση με το νέον Σύνταγμα δια να επιδιώξει εντονώτερον και αποτελσματικώς την εθνικήν απελευθερώσιν της Νήσου.”

Όσοι έτυχε να παρακολουθήσουν τη φετινή παράσταση του Θ.Ο.Κ. "Νεφέλες" αρκεί να αναλογιστούν τον ενθουσιώδη τρόπο με τον οποίο το κοινό υποδέχτηκε το στίχο της δεύτερης παράβασης "Κύπρος χρυσή/ Κύπρος νησί/ Κύπρος μισή/ Ελλάδα" για να αντιληφθούν την ισχύ της ελληνοκεντρικής αναπαράστασης της Κύπρου ακόμη και σήμερα στο εσωτερικό της ελληνοκυπριακής κοινωνίας. Ο ελληνικός εθνικισμός, έχοντας μετεξελιχθεί πλέον σε ένα ελληνοκυπριακό εθνικισμό, συνεχίζει να οργανώνεται γύρω από το ίδιο ιδεολογικό δίλημμα. Αυτό εκφράζεται ξεκάθαρα μέσα από τη συγκρουσιακή αντιπαράθεση δύο διαφορετικών προσεγγίσεων στο Κυπριακό, οι οποίες διατρέχουν εγκάρσια το φάσμα του κομματικού χώρου (Περιστιάνης, 1995)(12). Οι υποστηριχτές της απορριπτικής/πατριωτικής γραμμής υιοθετούν μια πιο σκληρή στάση στο Κυπριακό. Εμφανιζόμενοι, αν όχι εντελώς αρνητικοί, τουλάχιστον ιδιαίτερα επιφυλακτικοί στην προοπτική μιας ομοσπονδιακής διευθέτησης του προβλήματος, κατηγορούνται από τους πολιτικούς τους αντιπάλους ότι η εφαρμογή της πολιτικής τους δεν είναι δυνατόν να οδηγήσει σε οποιαδήποτε λύση και ως εκ τούτου οδηγεί στη μονιμοποίηση της διχοτόμησης. Από την άλλη πλευρά, οι υποστηριχτές της ενδοτικής/ρεαλιστικής γραμμής υποστηρίζουν ότι ο μόνος δρόμος προς την επανένωση είναι η αναζήτηση μιας λύσης στη βάση της δικοινοτικής διζωνικής ομοσπονδίας (ως ο ύστατος συμβιβασμός της ελληνοκυπριακής κοινότητας). Οι πολιτικοί τους αντίπαλοι τους κατηγορούν ότι με την πολιτική τους εξυπηρετούν ξένα συμφέροντα και συμβάλλουν στο ξεπούλημα της πατρίδας με τη νομιμοποίηση των τετελεσμένων της εισβολής. Ο δημόσιος διάλογος (;) γύρω από το Σχέδιο Ανάν αποτυπώνει ξεκάθαρα και με σαφήνεια το διχασμό ολόκληρης της ελληνοκυπριακής κοινωνίας σε σχέση με το ιδεολογικό δίλημμα ρεαλισμός vs πατριωτισμός. Πενήντα σχεδόν χρόνια μετά την εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, οι εθνικές ταυτότητες στην Κύπρο εξακολουθούν να οικοδομούνται μέσα στο πεδίο σημαινόντων συμβόλων το οποίο έχουν εγκαθιδρύσει οι δύο κυρίαρχοι εθνικισμοί στο νησί. Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο είναι δυνατόν να επιζήσει μια οποιαδήποτε ειρηνική διευθέτηση του προβλήματος χωρίς να τεθούν υπό αμφισβήτηση μονοπολιτισμικές αναγνώσεις της ιστορίας και του χαρακτήρα του νησιού. Μια τέτοια αμφισβήτηση ίσως κατορθώσει να υποστηρίξει, εκατέρωθεν της πράσινης γραμμής, ότι μια λύση που θα στηρίζεται στο συνταγματικό πατριωτισμό των πολιτών του κράτους, μια λύση στα πλαίσια της οποίας θα υπηρετείται και θα γίνεται προσπάθεια να διαφυλαχτεί η πολυπολιτισμικότητα του νησιού, που θα προωθεί την ενότητα χωρίς να απειλεί τη εθνοτική και θρησκευτική διαφορετικότητα κάθε κοινότητας και η οποία θα προάγει την ισότιμη συνεργασία απαλλαγμένη από οποιαδήποτε υποψία υποταγής της μιας κοινότητας στην άλλη, δεν είναι συμβιβασμός για καμιά πλευρά αλλά το ιδεώδες πολιτειακό σύστημα για τη χώρα μας.

  1. Δρουσιώτης, Μ. (2009). Δύο Απόπειρες και Μια Δολοφονία, Η Χούντα και η Κύπρος: 1967 - 1970. Λευκωσία: Αλφάδι.
  2. Δρουσιώτης, Μ. (2005). Η Πρώτη Διχοτόμηση, Κύπρος 1963 - 1964. Λευκωσία: Αλφάδι.
  3. Billig, M., Condor, S., Edwards, D., Gane, M., Middleton, D. J, and Radley, A. R. (1998). Ideological Dilemmas: A social Psychology of Everyday Thinking. London: Sage.
  4. π.χ. Manheim, Berger και Luckmann, Αlthusser.
  5. Billig, M. (1987). Arguing and Thinking. Cambridge: Cambridge University Press.
  6. Για περισσότερα δες Παχουλίδης Κ. (2007). Η Εθνική Ταυτότητα των Ελληνοκυπρίων, Κοινωνιοψυχολογική Γενετική Προσέγγιση, Αθήνα. (Αδημοσίευτη Διδακτορική Διατριβή).
  7. Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα από την ομιλία του Προέδρου Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, τον Αύγουστο του 1965: "Δεν επιθυμούμεν να εκδιώξωμεν εκ Κύπρου την Τουρκική μειονότητα, έστω και αν αυτή αποτελή κατάλοιπον της Οθωμανικής κατακτήσεως, ούτε και να στερήσωμεν αυτήν των αναγνωριζομένων διεθνώς μειονοτικών δικαιωμάτων. Η ύπαρξις όμως μειονότητος εις μιαν Ελληνικήν νήσον, ως η Κύπρος, Ελληνικήν από της αυγής της ιστορίας της, ουδόλως δύναται να δικαιολογήση συναιτερικόν καθεστώς επί της Νήσου ή σχέδια διχοτομικά ή εδαφικάς παραχωρήσεις εις άλλην χώραν, εκ την οποίας η μειονότης αυτή προέρχεται" (Ομιλία του Προέδρου της Δημοκρατίας Αρχιεπισκόπου Μακαρίου επί τη εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου εις την Μονήν Χρυσορροϊατίσσης, 15/8/1965. Άπαντα Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄, Τόμος Η΄, σελ. 130.)
  8. Καταλάνος, Ν. ( 1914/ 2003). Κυπριακόν Λεύκωμα ‘Ο Ζήνων’. Λευκωσία: Αιχμή.
  9. Κατσιαούνης, Ρ. (2000). Η Διασκεπτική 1946-1948. Με ανασκόπηση της περιόδου 1878-1945. Λευκωσία: Κυπριακό Κέντρο Ερευνών.
  10. “Διάγγελμα της Α.Μ. του Αρχιεπισκόπου προς τον Ελληνικόν Κυπριακόν Λαόν”, Εφημερίδα Έθνος, 14 Ιουλίου 1947, σελ. 1.
  11. “Καθολική αποχή και εθνική οργάνωσις άλλως συμμετοχή στην Συμβουλευτικήν” Εφημερίδα Ανεξάρτητος, 17 Ιουλίου 1947, σελ. 1.
  12. Περιστιάνης, Ν. ( 1995). Δεξιά-Αριστερά, Ελληνοκετρισμός – Κυπροκεντρισμός: Το εκκρεμές των συλλογικών ταυτίσεων μετά το 1974. Στο Ν. Περιστιάνης και Γ. Τσαγγαράς (επιμ.) Ανατομία μιας Μεταμόρφωσης. Η Κύπρος μετά το 1974 (σσ. 123 -156). Λευκωσία: Εκδόσεις Intercollege.

Το καλέμι, Πλατφόρμα Ε/κ και Τ/κ Εκπαιδευτικών Ενωμένη Κύπρος, Σεπτέβρης 2009

Εκπαιδευτικοί και Ψευδοεκπαιδευτικοί(i)

της Κωνσταντίνας Ζάνου, Ιστορικού, ερευνήτριας στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας

«Οι Τουρκοκύπριοι δεν θέλουν να κυβερνούνται από την Τουρκία… Θέλουν να είναι παγκόσμιοι πολίτες… Έχουν αγανακτήσει από την έλλειψη λύσης στο Κυπριακό… Οι Τουρκοκύπριοι θέλουν ειρήνη τώρα… Για 28 χρόνια η ηγεσία των Τουρκοκυπρίων λέει ψέματα. Με τις περιουσίες των Ελληνοκυπρίων έγιναν πλούσιοι… Σε κατηγορώ, Ντενίζ Μπαϋκάλ… είσαι ένας ψεύτης, διότι είπες ότι η Κύπρος είναι πολύ σημαντική στρατηγικά και δεν μπορούμε να δώσουμε γη πίσω στους Ελληνοκύπριους… Δεν έχεις το δικαίωμα να μιλάς για την Κύπρο… Ντενκτάς και Έρογλου είστε προδότες. Δεν έχετε αρκετό θάρρος να υπογράψετε λύση. Δεν εκπροσωπείτε τους Τουρκοκύπριους» Απόσπασμα από την ομιλία του Σιενέρ Ελτζίλ, προέδρου της Συντεχνίας Τουρκοκυπρίων Δασκάλων (KTÖS), στη μαζική διαδήλωση που έλαβε χώρα στα κατεχόμενα ενάντια στο καθεστώς Ντενκτάς (14/1/2003)i «Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί, στο τέλος-τέλος, να μην καταλήξουν τα παιδιά ότι υπάρχει, υπήρχε ανέκαθεν, μια πολιτική, η πολιτική της διχοτόμησης από πλευράς της Τουρκίας. Επομένως, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να εξισωθούν τα θύματα με τους θύτες» Απόσπασμα από τις δηλώσεις του Δημήτρη Μικελλίδη, προέδρου της Παγκύπριας Οργάνωσης Ελλήνων Δασκάλων (ΠΟΕΔ), στην εκπομπή “Νέοι Φάκελοι” του Αλέξη Παπαχελά (23/3/2009)ii

Η Κύπρος είναι ίσως το μοναδικό παράδειγμα κράτους στο οποίο συνυπάρχουν δύο παράλληλες και εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους κοινωνικές πραγματικότητες: αυτή των ελεύθερων εδαφών κι αυτή των κατεχομένων. Η κατάσταση αυτή παρέχει πρόσφορο έδαφος για σύγκριση. Θα ήθελα, λοιπόν, να παραθέσω συγκριτικά κάποιες πρόσφατες δράσεις των τουρκοκυπριακών και ελληνοκυπριακών συνδικάτων εκπαιδευτικών (πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης), προσδοκώντας ότι θα βοηθήσω έτσι τον αναγνώστη να προβεί σε κάποια χρήσιμα συμπεράσματα σχετικά με το χαρακτήρα και το ρόλο των δύο αυτών κοινωνικών ομάδων. Τουρκοκύπριοι εκπαιδευτικοί Ξεκινώ με τους Τουρκοκύπριους. Ας δούμε ποια στάση τήρησε, τόσο η Συντεχνία Τουρκοκύπριων Δασκάλων (KTÖS), όσο και η Συντεχνία Τουρκοκύπριων Καθηγητών (KTOEÖS), στις κοινωνικό-πολιτικές εξελίξεις που συντάραξαν την τουρκοκυπριακή κοινότητα από το 2000 και εξής, αλλά και την τοποθέτησή της σε ορισμένα, πιο πρόσφατα γεγονότα της εκπαιδευτικής πολιτικής των κατεχομένων: Όπως αναλύεται επαρκώς από τους Θέμο Δημητρίου και Σωτήρη Βλάχο στο βιβλίο τους «Προδομένη Εξέγερση», τα δύο αυτά συνδικάτα ανέλαβαν πρωταγωνιστικό ρόλο στις αντιπολιτευτικές διαδηλώσεις που έλαβαν χώρα στα κατεχόμενα, ιδιαίτερα κατά την περίοδο 2000-2004, ενάντια στο καθεστώς Ντενκτάς. KTÖS και KTOEÖS ανέλαβαν ηγετικό ρόλο στη δημιουργία της Πλατφόρμας που συστάθηκε στις 9 Ιουλίου 2000 και που έφερε την ονομασία «Αυτή η Χώρα είναι Δική μας». Οι στόχοι της Πλατφόρμας, που αποτελούνταν ουσιαστικά από 41 οργανώσεις (τόσο συνδικάτα, όσο και πολιτικές οργανώσεις του αντιπολιτευόμενου χώρου), θα μπορούσαν να συνοψιστούν σε μια φράση από την προκήρυξή της το Μάιο του 2001: «Εμείς, ως Τουρκοκύπριοι που αντιτασσόμαστε στην προσάρτηση της πατρίδας μας από την Τουρκία ή οποιαδήποτε άλλη χώρα, ζητούμε να συνεχίσουμε την ύπαρξή μας ως κοινότητα σε μια ενιαία και ομόσπονδη Κύπρο και να συνενωθούμε με τους λαούς του κόσμου».iii Ο ρόλος της Πλατφόρμας ήταν κεντρικός στα γεγονότα που έμελλε να οδηγήσουν τελικά στην πτώση του καθεστώτος Ντενκτάς και στην επανέναρξη των δικοινοτικών συνομιλιών για την εξεύρεση λύσης πάνω στη βάση της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας. Το 2004, με την άνοδο του ΡΤΚ στην εξουσία, και με την πλήρη στήριξη των συνδικάτων των εκπαιδευτικών, τα βιβλία ιστορίας που διδάσκονταν μέχρι τότε στα σχολεία, άλλαξαν. Στα καινούργια βιβλία υιοθετήθηκε μια πιο κριτική προσέγγιση των ιστορικών γεγονότων, μακριά από τις εθνικιστικές και τουρκοκεντρικές εξάρσεις του παρελθόντος.iv Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του ΡΤΚ περιελάμβανε επίσης την εισαγωγή στα σχολεία δύο νέων μαθημάτων: του μαθήματος των Ελληνικών και του μαθήματος που καλείται «Εκπαίδευση Ειρήνης». Η νέα «κυβέρνηση», ωστόσο, του Ντερβίς Έρογλου απείλησε προεκλογικά πως θα αποσύρει τα νέα βιβλία ιστορίας και θα επαναφέρει τα παλαιότερα. Οι οποιεσδήποτε ενδεχόμενες μεταρρυθμίσεις θα έχουν ν’ αντιμετωπίσουν, ωστόσο, τη σθεναρή αντίσταση των συντεχνιών της KTÖS και της KTOEÖS, οι οποίες προειδοποίησαν πρόσφατα ότι θα προβούν σε κινητοποιήσεις αν η νέα «κυβέρνηση» προχωρήσει στην εφαρμογή των προεκλογικών της εξαγγελιών.v Τον Αύγουστο του 2009, οι Τουρκοκύπριοι εκπαιδευτικοί, με πρωτοστάτη την συντεχνία των δασκάλων, αντέδρασαν έντονα στην νέα πρακτική του «υπουργείου παιδείας» των κατεχομένων, που θέλει τους ιμάμηδες να παραδίδουν μαθήματα κορανίου στις σχολικές αίθουσες κατά την καλοκαιρινή περίοδο. Μπροστά στην πρόθεση του «υπουργείου παιδείας» να εντάξει το μάθημα στα σχολεία από την ερχόμενη κιόλας σχολική χρονιά, οι εκπαιδευτικοί αντιτάσσουν το αίτημά τους για κοσμική εκπαίδευση, έτσι όπως προνοείται και από το «σύνταγμα». Όπως πολύ σωστά παρατηρεί σε ανακοίνωσή της η Πλατφόρμα Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων Εκπαιδευτικών «Ενωμένη Κύπρος»: «Οι Τουρκοκύπριοι εκπαιδευτικοί θεωρούν εκτός των άλλων ότι τέτοιες ενέργειες δεν υποβοηθούν τη διαδικασία των συνομιλιών για εξεύρεση λύσης στο Κυπριακό, αφού εκπέμπουν την πιο κρίσιμη στιγμή ένα διχαστικό μήνυμα. Εκδηλώνουν μια προδιάθεση πρόταξης του θρησκευτικού ζητήματος, με προφανή στόχο να τονιστούν αυτά που χωρίζουν και όχι αυτά που ενώνουν Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους».vi Ελληνοκύπριοι εκπαιδευτικοί Ας δούμε τώρα ενδεικτικά ποια στάση τήρησαν πρόσφατα τα αντίστοιχα ελληνοκυπριακά συνδικάτα εκπαιδευτικών, η ΠΟΕΔ (δάσκαλοι) και η ΟΕΛΜΕΚ (καθηγητές), απέναντι στις μεταρρυθμιστικές προσπάθειες του Υπουργείου Παιδείας: Τον Φεβρουάριο η ΠΟΕΔ απέστειλε προς όλους τους δασκάλους μια διευκρινιστική ανακοίνωση σχετικά με την εξαγγελία του Υπουργείου Παιδείας για την προώθηση του πρώτου στόχου της φετινής χρονιάς, δηλ. «της καλλιέργειας κουλτούρας ειρηνικής συμβίωσης, αμοιβαίου σεβασμού και συνεργασίας Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων». Η ΠΟΕΔ ενημέρωσε «προειδοποιητικά» πως διαφωνεί με τις επισκέψεις Τουρκοκύπριων εκπαιδευτικών ή μαθητών στα ελληνοκυπριακά σχολεία και ξεκαθάρισε πως δεν θα δεχθεί τη διεξαγωγή σχολαστικού ελέγχου από το Υπουργείο Παιδείας για το κατά πόσον προωθείται ο στόχος αυτός σε κάθε σχολείο. Τόνισε, τέλος, πως μόνιμος στόχος της εκπαίδευσης παραμένει το «Γνωρίζω, Δεν Ξεχνώ και Αγωνίζομαι». Η πράξη αυτή της ΠΟΕΔ καταγγέλθηκε, τόσο από τον κ. Νίκο Τριμικλινιώτη (Πρόεδρο του Κυπριακού Παρατηρητηρίου για τη Ρατσισμό και τη Ξενοφοβία RAXEN), όσο και από την γράφουσα, στην Επίτροπο Διοικήσεως. Οι καταγγέλλοντες υποστήριξαν ότι με τις τοποθετήσεις της η ΠΟΕΔ υποθάλπει το φόβο και την απόσταση μεταξύ των μαθητών των δύο κοινοτήτων. Η ανακοίνωση της ΠΟΕΔ συνιστά κατ’ αυτό τον τρόπο, σύμφωνα με τους καταγγέλλοντες, ενθάρρυνση των εκπαιδευτικών για άσκηση διάκρισης έναντι των Τουρκοκυπρίων μαθητών και δασκάλων. Σε αυτές τις καταγγελίες, ο Πρόεδρος και ο Γενικός Γραμματέας της ΠΟΕΔ απάντησαν, ανάμεσα σε άλλα, πως αποτελεί θέση της ΠΟΕΔ ότι «… εκτός κι αν ληφθούν, πρώτα, όλα τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση συνθηκών αμοιβαίας αποδοχής ανάμεσα σε όλους, ή τουλάχιστο στη μεγάλη πλειοψηφία τους, τους ενήλικες Ε/Κ και Τ/Κ, η αποδοχή αυτή δεν είναι δυνατό και δεν πρέπει να ζητείται να επιτευχθεί μέσω των μαθητών των σχολείων μας…». Τονίζοντας ότι η μισή Κύπρος εξακολουθεί να κατέχεται «από ένα παράνομο καθεστώς που δύσκολα μπορεί να διακριθεί από τους Τ/Κ», η ΠΟΕΔ διερωτήθηκε «ποιες επιπτώσεις πιθανό να έχει η συγκεκριμένη και παρόμοιες ενέργειες προτού δοθεί οριστική λύση στο Εθνικό μας πρόβλημα». Η οργάνωση εξέφρασε παράλληλα φόβο ότι «… η απρόβλεπτη εξέλιξη και ανεπιτυχής εφαρμογή όσων επιδιώκονται μέσα από τη συγκεκριμένη πτυχή του υπό προώθηση στόχου, θα δημιουργήσει πιθανό στα παιδιά ανεπανόρθωτη ψυχολογική και άλλη βλάβη». Φαίνεται όμως πως οι εξηγήσεις αυτές δεν κρίθηκαν ικανοποιητικές από την Επίτροπο Διοικήσεως, αφού σε έκθεσή της με ημερομηνία 5 Ιουνίου 2009, καλεί την οργάνωση να επανεξετάσει τη στάση της και αποφαίνεται πως: «Η συγκεκριμένη ανακοίνωση υποδηλώνει μια δυσπιστία και καχυποψία έναντι των Τουρκοκυπρίων μαθητών και δασκάλων, που δε συνάδει με το γενικό στόχο του Υπουργείου αλλά και με τις δεδηλωμένες επιδιώξεις της ίδιας της Οργάνωσης. Από την άποψη αυτή, και χωρίς να παραγνωρίζω τις ευαισθησίες της ΠΟΕΔ για το συγκεκριμένο θέμα και την παιδεία γενικότερα, έχω την άποψη ότι η αντίδραση υπήρξε βεβιασμένη… Έχω μελετήσει με προσοχή τις ανησυχίες που εκφράζει η οργάνωση ως προς τις συναισθηματικές και άλλες επιπτώσεις που ενδέχεται να προκαλέσει σε μαθητές ή/και εκπαιδευτικούς η πραγματοποίηση των επισκέψεων Τουρκοκυπρίων στα δημοτικά σχολεία. Υπάρχει, όμως και η θέση, και είναι πεποίθησή μου, ότι επαφές αυτού του τύπου υποβάλλουν αυτονόητα την ιδέα μιας φυσικής επαφής νέων παιδιών των δύο κοινοτήτων μέσω της εκπαίδευσης. Υπό ευνοϊκές συνθήκες, και όχι σε φορτισμένο κλίμα, συμβάλλουν ουσιαστικά στη επαφή των νεότερων μελών των δύο κοινοτήτων και αυξάνουν τις πιθανότητες εκπλήρωσης του γενικότερου στόχου εμπέδωσης κουλτούρας ειρηνικής συμβίωσης. Σε κάθε περίπτωση, ως προς τις ειδικότερες απόψεις για ενδεχόμενη διατάραξη της ομαλότητας από τέτοιες επισκέψεις, θεωρώ ότι το εκπαιδευτικό μας σύστημα έχει τις δυνατότητες πρόληψης, διαχείρισης και αντιμετώπισης οποιωνδήποτε δυσάρεστων συμβάντων με αφορμή τις επισκέψεις αυτές».vii Τον Γενάρη, η ΟΕΛΜΕΚ εξέδωσε ανακοίνωση διαμαρτυρίας εναντίον του μηνύματος του Υπουργού Παιδείας προς τα σχολεία με την ευκαιρία της ονομαστικής γιορτής του Μακαρίου. Πιο συγκεκριμένα, απαίτησε να αφαιρεθεί από το μήνυμα η παράγραφος που αναφέρεται στις «διακοινοτικές συγκρούσεις, τις οποίες προκάλεσαν παράνομες και εξτρεμιστικές ε/κ και τ/κ οργανώσεις, με αποτέλεσμα να φτάσουμε στην τραγωδία του 1974». Η ΟΕΛΜΕΚ έδωσε έμμεσα έτσι το δικό της στίγμα στη δημόσια συζήτηση που διεξαγόταν παράλληλα γύρω από την αλλαγή των βιβλίων της ιστορίας. Στην επιστολή της αποπειράται να αποκαταστήσει την «ιστορική αλήθεια», διευκρινίζοντας ότι οι συγκρούσεις της περιόδου ’63-’67 δεν ήταν ακριβώς «διακοινοτικές», αφού διεξήχθησαν μεταξύ των νομίμων δυνάμεων του κράτους, που αγωνίστηκαν για την προάσπιση της Κυπριακής Δημοκρατίας, και της εξτρεμιστικής τουρκοκυπριακής οργάνωσης Τ.Μ.Τ. Τονίζει, τέλος, πως τα γεγονότα αυτά οδήγησαν στον «αυτόβουλο» εγκλωβισμό των Τουρκοκυπρίων σε θύλακες.viii Η αντίδραση της ΟΕΛΜΕΚ κορυφώθηκε τον Μάιο του 2009, με την απόφαση του Πανεπιστημίου Κύπρου να δεχθεί ως φοιτητές ένα ποσοστό υποψηφίων (3%) στη βάση των αποτελεσμάτων των εξετάσεων τους για τα GCE ή άλλες διεθνείς εξετάσεις. Η μεταρρύθμιση αυτή, που θα δώσει ουσιαστικά το εισιτήριο για το πανεπιστήμιο και σε κάποιους μη ελληνόφωνους πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας, βρίσκει κάθετα αντίθετη την ΟΕΛΜΕΚ. Προφασιζόμενη την «άνιση μεταχείριση» των υποψήφιων φοιτητών, όπως και τον «φόβο υπόσκαψης» των παγκυπρίων εξετάσεων, η ΟΕΛΜΕΚ ομογνωμονεί στην ουσία με όσους βλέπουν να απειλείται η ελληνοκεντρικότητα της μάθησης στο δημόσιο πανεπιστήμιο.

Τα συμπεράσματα από αυτή τη σύγκριση ανήκουν βέβαια στον αναγνώστη. Δεν μπορώ, ωστόσο, να αποσιωπήσω μια δική μου πρώτη διάγνωση. Ότι δηλαδή οι εκπαιδευτικοί ένθεν και ένθεν της Πράσινης Γραμμής αντιπροσωπεύουν αντίστοιχα δύο κοινωνικο-ιδεολογικές στάσεις εκ διαμέτρου αντίθετες: την προοδευτικότητα και το συντηρητισμό.

i. Το άρθρο αυτό αποτελεί αναθεωρημένη και εμπλουτισμένη εκδοχή του ομότιτλου άρθρου που δημοσιεύτηκε στην εφ. «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» (έκδοση Κύπρου), 7/6/2009. ii. Παρατίθεται στο: Θέμος Δημητρίου και Σωτήρης Βλάχος, Προδομένη Εξέγερση, Λευκωσία, 2007, σ. 103. iii. Μπορεί κανείς να παρακολουθήσει την εκπομπή στην ιστοσελίδα: http://www.greektube.org/content/view/57449/2/ iv. Στο Δημητρίου και Βλάχος, Προδομένη Εξέγερση, σ. 84. v. Για μια αναλυτική εξέταση του θέματος, παραπέμπω στο: Γιάννης Παπαδάκης, «Ιστορίες για Κυπρίους: Ταυτότητα και Ετερότητα στα Ελληνοκυπριακά και Τουρκοκυπριακά Σχολικά Εγχειρίδια Ιστορίας της Κύπρου», στο Ι. Ιωσήφ και Γ. Σωκράτους (επιμ.), Ετερότητα και Εκπαίδευση, Αθήνα, 2008, σ. 193-220. vi. Σε μια προσπάθεια να κατευνάσει τα πνεύματα, ο νέος «υπουργός παιδείας» των κατεχομένων, Κεμάλ Ντουρούστ, δήλωσε τελικά πως τα βιβλία ιστορίας δεν θα αλλάξουν, αλλά «γίνονται εργασίες ώστε να εξαλείψουν τα κενά» (21/8/2009). vii. «Οι Τουρκοκύπριοι εκπαιδευτικοί αντιδρούν στην εισαγωγή του μαθήματος των θρησκευτικών στα Δημοτικά σχολεία» (ανακοίνωση της 4ης Αυγούστου 2009): http://platformaenomenikipros.blogspot.com/2009/08/blog-post.html viii. Τόσο η ίδια η ανακοίνωση της ΠΟΕΔ, όσο και η απάντησή της στις καταγγελίες που δέχτηκε, εμπεριέχονται στη σχετική έκθεση της Επιτρόπου Διοικήσεως (Αρ. Φακ.: ΑΚΡ 24/2009, ΑΚΡ 28/2009, Λευκωσία, 5 Ιουνίου 2009): http://www.ombudsman.gov.cy/Ombudsman/ombudsman.nsf/presentationsArchive_gr/presentationsArchive_gr?OpenDocument ix. Η σχετική ανακοίνωση υπάρχει στην ιστοσελίδα: http://www.oelmek.org/dnn/ΑρχείοΕξερχομένων/ΕπιστολέςπροςΥπουργόΠαιδείαςκαιΠολιτισμού/tabid/69/Default.aspx

Το καλέμι, Πλατφόρμα Ε/κ και Τ/κ εκπαιδευτικών Ενωμένη Κύπρος, Σεπτέβρης 2009

Η βαριά κληρονομιά του πολιτικού και εκπαιδευτικού συστήματος

του Παύλου Μ. Παύλου

Πολλές φορές έχουμε την αίσθηση ότι οι ακραίες αντιδράσεις σε ζητήματα που αφορούν το πολιτικό θέμα και την εκπαίδευση αγγίζουν τα όρια του παραλογισμού. Οι ρίζες της κυρίαρχης ιδεολογίας δεν είναι μόνο βαθιές, αλλά και αποδεδειγμένα ανθεκτικές. Όμως, όσο κι αν φαίνεται παράδοξο ή υπεραισιόδοξο, είναι ίσως η πρώτη φορά στη νεότερη ιστορία της Κύπρου που η κυρίαρχη ιδεολογία δοκιμάζεται πραγματικά και αντιμετωπίζει σοβαρές πιθανότητες θεμελιακής αμφισβήτησης. Φτάνει να ξέρουμε με τι έχουμε να κάνουμε...

Η Ιστορία – είτε μας αρέσει είτε όχι – είναι εξαιρετικά παρούσα.

Λόγω του συστήματος των εθνικοθρησκευτικών κοινοτήτων πάνω στο οποίο ήταν δομημένη η οθωμανική διοίκηση, η κυπριακή Εκκλησία απέκτησε από το 16ο αιώνα πρωτόγνωρα προνόμια. Εκτός των άλλων, είχε φοροθετικές και φοροσυλλεκτικές αρμοδιότητες, διοικητικά καθήκοντα – σε συνεργασία με τους τοπικούς Οθωμανούς διοικητές – και ο Αρχιεπίσκοπος ήταν ο άμεσος υπεύθυνος για το χριστιανικό πληθυσμό απέναντι στο Σουλτάνο. Τα υπερπρονόμια αυτά – τα οποία δεν αποσιωπούν ούτε και γνωστοί συντηρητικοί ιστορικοί(1) - τέθηκαν υπό αμφισβήτηση με το πέρασμα της Κύπρου κάτω από βρετανική διοίκηση το 1878. Οι Βρετανοί, λειτουργώντας στα πρότυπα του κοσμικού κράτους, προώθησαν διοικητικές ρυθμίσεις(2) οι οποίες αναπόφευκτα αφαιρούσαν σημαντικές εξουσίες από την Εκκλησία και τον Αρχιεπίσκοπο. Εν μέρει η έντονη αντίδραση της Εκκλησίας απέναντι στη βρετανική διοίκηση, η υιοθέτηση ανένδοτου ενωτικού αγώνα και η αντιπαραθετική λογική που επικράτησε (σε αντίθεση με τη στάση πλήρους συνεργασίας και προσαρμογής που τηρούσε καθ’ όλη τη διάρκεια της οθωμανικής διοίκησης), οφείλονται σε αυτή την απώλεια διοικητικών και οικονομικών προνομίων. Παρά τη χρήση όχι πάντα νόμιμων (και από ηθική άποψη) μεθόδων(3), η Εκκλησία έχασε τη δυνατότητα άσκησης ουσιαστικής διοίκησης, καθώς και τη δυνατότητα σοβαρών οικονομικών διαπλοκών(4).

Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, προκειμένου να διατηρήσει τον πολλαπλά κυρίαρχο ρόλο της, η Εκκλησία της Κύπρου και ο εκάστοτε Αρχιεπίσκοπος είχαν ανοιχτά δυο πεδία δράσης: τη διαχείριση της αρχής της αυτοδιάθεσης και την εκπαίδευση. Από τα πρώτα χρόνια της βρετανικής αποικιοκρατίας, η διοίκηση άφησε μεγάλα περιθώρια στην Εκκλησία για άσκηση αυτών των «αρμοδιοτήτων». Με διοικητικές ρυθμίσεις που αφορούσαν την εκπαίδευση(5), αλλά και με σχετική αποδοχή του Αρχιεπισκόπου ως «εθνικού ηγέτη» των Ελληνοκυπρίων – τουλάχιστον μέχρι το 1931 – εδραιώθηκε σταδιακά η κυριαρχία της Εκκλησίας σε αυτά τα δύο πεδία.

Με τα Οκτωβριανά του 1931, το τμήμα της αστικής τάξης της Κύπρου, το οποίο δεν ελεγχόταν άμεσα από την Εκκλησία, ηττάται οριστικά. Η λογική του «όποιος συνομιλεί με τους Βρετανούς είναι προδότης – Ένωσις και μόνον Ένωσις», επιβάλλεται τελεσίδικα, υποχρεώνοντας ακόμη και μετριοπαθείς ανώτερους κληρικούς (π. χ. Νικόδημος Μυλωνάς), να υπηρετήσουν τη φιλοδοξία τους για τον αρχιεπισκοπικό θρόνο μέσα από την αδιάλλακτη και ακραία πολιτική(6). Την αμέσως επόμενη περίοδο, οι Βρετανοί συνειδητοποιούν τον πολιτικό ρόλο του ελέγχου της εκπαίδευσης και προσπαθούν να επιβληθούν – κυρίως στη δευτεροβάθμια, την οποία είχαν αφήσει σχεδόν εξολοκλήρου στα χέρια της Εκκλησίας – χωρίς όμως ιδιαίτερα αποτελέσματα(7). Αντίθετα, αυτή τους η επιλογή (και η αποτυχία της) δίνει στην Εκκλησία τη δυνατότητα να θεωρήσει την εκπαίδευση ως ένα «άπαρτο κάστρο» της, και να συνδέσει πλέον άμεσα τις δύο πολιτικές της: εκείνη που αφορούσε το πολιτικό ζήτημα («Ένωση») και εκείνη που αφορούσε την Εκπαίδευση(8). Η τελευταία γίνεται πια φορέας δυναμικής εθνικοθρησκευτικής πολιτικής – σε αντίθεση με την οθωμανική περίοδο, οπότε η εκπαίδευση χρησιμοποιούνταν ως βραχίονας διοικητικής και θρησκευτικής υπακοής.

Η σχεδόν απόλυτη κυριαρχία της Εκκλησίας στον πολιτικό στίβο (μέχρι και το 1955-9) και στην εκπαίδευση, επιβάλλει έναν καθαρά μεταφυσικό και απόλυτο χαρακτήρα και στα δύο. Η «Ένωση» από πολιτική επιλογή ή στόχος, μετατρέπεται σε μια υπερφυσική κατάσταση, μια οντότητα ανεπηρέαστη από την πραγματικότητα και μάλιστα σε πείσμα της. Παράλληλα, η εκπαίδευση θεωρείται τελεσίδικα ως πεδίο εθνικού και θρησκευτικού φρονηματισμού, ως υλικό μέσο για κοινωνική διαιώνιση του μεταφυσικού χαρακτήρα της «Ένωσης».

Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι το σύστημα ελέγχου από αυτό που ονομάστηκε «Εθναρχία»(9), είχε σχεδόν απόλυτη κυριαρχία σε όλο το οικοδόμημα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης(10). Έχοντας τον έλεγχο των διορισμών, δεν επέτρεπε να παρεισφρέουν στην εκπαίδευση καθηγητές με αποκλίνουσες ιδεολογικές και πολιτικές απόψεις(11). Η ίδρυση της συνδικαλιστικής οργάνωσης ΟΕΛΜΕΚ με πρωτοβουλία του Μακαρίου Γ’ το 1953(12), υπάκουε απόλυτα στους στόχους της Εκκλησίας, πολιτικούς και εκπαιδευτικούς αδιάκριτα. Ακόμη και στη δημοτική εκπαίδευση, που ελεγχόταν σε μεγάλο βαθμό από τη βρετανική διοίκηση, το 1931 τέθηκε από εκπροσώπους της Εθναρχίας θέμα απόλυσης 12 «κομμουνιστών» δασκάλων(13). Ως «κομμουνιστές» χαρακτηρίζονταν όλοι οι έχοντες αποκλίνουσα ιδεολογία ή πολιτική συμπεριφορά από τον κανόνα των ακραιφνών «ελληνοχριστιανικών ιδεωδών».

Με την Ανεξαρτησία, το σύστημα κληροδοτήθηκε σχεδόν αυτούσιο στο νέο κράτος. Από τη μεταβατική κιόλας περίοδο 1959-60 διασφαλίστηκαν όλες οι παράμετροι που θα εγγυούνταν τη συνέχιση του ελέγχου του πολιτικο-εκπαιδευτικού λόγου και χαρακτήρα(14). Οι ίδιες οι συνταγματικές ρυθμίσεις(15) κρατούσαν την εκπαίδευση διαιρεμένη σε κοινοτικό επίπεδο, χωρίς κανένα υπερκείμενο θεσμό που να λειτουργεί έστω συντονιστικά. Τα της εκπαίδευσης των δυο κοινοτήτων καθόριζαν οι δυο χωριστές Κοινοτικές Συνελεύσεις, όργανα ημιαυτόνομα από το κράτος στη λειτουργία τους, με σύνθεση όμως ελεγχόμενη από τον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο αντίστοιχα. Η παρουσία του Αρχιεπισκόπου στην ηγεσία του κράτους αποτελούσε την ουσιαστική και σημειολογική κορύφωση της συνέχισης του διπλού «εθναρχικού» ρόλου της Εκκλησίας. Παράλληλα, οι πρωταγωνιστές της ΕΟΚΑ κληρονομούν τμήματα του κράτους, διατηρούν ένοπλες ομάδες και συντηρούν την επιρροή τους μέσα από δολοφονίες «αντιπάλων» και την καχυποψία της «προδοσίας» του «συνεχιζόμενου αγώνα» από ένα αντίθετο «καπετανάτο»(16). Ανάλογες συνθήκες – σε μικρογραφία ίσως – βιώνουν και οι Τουρκοκύπριοι στο εσωτερικό της δικής τους κοινότητας(17). Με συγχρονικούς όρους ερμηνείας, θα λέγαμε ότι κυρίως η ελληνοκυπριακή κοινότητα ζει μέσα σε συνθήκες «ιδεολογικής τρομοκρατίας». Οι πέραν του ΑΚΕΛ πολιτικές δυνάμεις σκέφτονται, συμπεριφέρονται και διαχειρίζονται τις υποθέσεις του κράτους και της κοινότητας ως οι μόνοι νόμιμοι συνεχιστές της αποικιακής εποχής(18), ενώ διαγκωνίζονται παράλληλα για το ποιος θα εμφανιστεί ως ο αξιότερος συνεχιστής του αγώνα της ΕΟΚΑ για «Ένωση». Ο πλήρης και ένοπλος διαχωρισμός των δύο κοινοτήτων(19) επιτρέπει την ανάπτυξη τριών νέων δυναμικών. Παράλληλα με τη μεταφυσική και εξ αποκαλύψεως απόλυτη φύση που πήρε ο πολιτικός στόχος («Ένωση») και παράλληλα με τον προς τούτο απόλυτα φρονηματιστικό χαρακτήρα που απέκτησε η Εκπαίδευση, αναπτύσσονται και άλλες δυναμικές: (α) Η δυναμική του καθαρού ελληνοκυπριακού κράτους, του απαλλαγμένου από μιάσματα άλλων φυλών – και ιδιαίτερα τους Τουρκοκύπριους. (β) Η δυναμική της «ένωσης από τα κάτω», δηλαδή η πολιτική που εγκαινιάζεται μετά το 1964 για απόλυτη πρόσδεση όλων των τομέων της ζωής στο ελληνικό κράτος, χωρίς να κηρυχθεί επίσημα η «Ένωση». (γ) Η δυναμική της νομιμοποίησης, δηλαδή η οικοδόμηση της πεποίθησης πως ό,τι προηγήθηκε νομιμοποιήθηκε με τον έλεγχο του κράτους, άρα και διά του κράτους νομιμοποιούνται οι κυρίαρχες πολιτικές αλλά και μέθοδοι.

Το μείγμα που αναπτύσσεται είναι εκρηκτικό, αφού η παρανομία, η ανομία και η δολιότητα θεωρούνται ηθικά νόμιμα και αναπόσπαστα τμήματα της άσκησης εξουσίας. Μέσα σε ένα κόσμο όπου δεν υπάρχει τίποτε άλλο εκτός από τους Ελληνοκύπριους. Μόνο στον ορίζοντα φαίνεται η Ελλάδα (η οποία μάλιστα μετά το 1967 απαιτεί απόλυτη προσαρμογή στο Εθνικό Κέντρο και ιδιαίτερα απόλυτη ταύτιση στον τομέα της Εκπαίδευσης). Αυτό είχε ως αποτέλεσμα έναν ιδιόμορφο αυτισμό, όπου καμιά όσμωση με δημοκρατικές αρχές, ή αξίες αλληλοσεβασμού και κατανόησης δεν ήταν δυνατή. Γι’ αυτό και σήμερα μπορεί να μας φαίνεται τρομαχτική η τρομοκρατική δράση οργανώσεων όπως το Εθνικό Μέτωπο και η ΕΟΚΑ Β’, τότε όμως εμφανίστηκαν ως «φυσική συνέπεια» του πολιτισμικού πλαισίου που είχε ήδη οικοδομηθεί. Γι’ αυτό και η κήρυξή τους ως παράνομων οργανώσεων έγινε πολύ μετά την εμφάνιση και την έναρξη της δράσης τους. Και μάλιστα μετά από πολλούς δισταγμούς!(20)

Είναι γι’ αυτούς τους λόγους που το ξέσπασμα ελευθερίας και η σχετική απελευθέρωση του προοδευτικού λόγου μετά το 1974 δε στάθηκε αρκετή να νικήσει τις διάρκειες. Πολύ σύντομα επιστρέψαμε σε λογικές που επανατοποθετούσαν το δίδυμο πολιτική-εκπαίδευση στη «σωστή» του βάση: η πολιτική μετατόπισε τη μεταφυσική της διάσταση από την «Ένωση» στο ενιαίο κράτος (και μάλιστα χωρίς τα συνδιαχειριστικά χαρακτηριστικά του Συντάγματος του 1960), ενώ θεώρησε και πάλιν την εκπαίδευση ως το φρονηματιστικό μέσο για επίτευξη αυτού του πολιτικού στόχου(21). Διατήρησε μάλιστα τα αντανακλαστικά της αυξημένης καχυποψίας προς το διαφορετικό: οτιδήποτε δεν υπηρετεί τον πολιτικό στόχο του καθαρού ελληνοκυπριακού κράτους (σε ολόκληρη ή στη μισή Κύπρο) – στόχο άδηλο αλλά εξίσου κυρίαρχο όπως εκείνον της «Ένωσης» την περίοδο 1960-74 – κηρύσσεται αυτόματα ως ξένο, ύποπτο και έντονα κατακριτέο(22).

Στη δεκαετία του ’60 η λειτουργία τεχνικών σχολών και οι πρώτες σκέψεις για ίδρυση πανεπιστημίου, θεωρήθηκαν ως προδοτικές και υποχθόνιες προσπάθειες για αποκοπή της Κύπρου από την Ελλάδα(23). Σήμερα, κάθε λόγος για την οικοδόμηση ενός σχολείου που να ενώνει και όχι να χωρίζει, ενός σχολείου προσανατολισμένου σε αρχές πολυπολιτισμικότητας και ευρωπαϊκών δημοκρατικών αξιών, αντιμετωπίζεται ως αντίστοιχη απειλή, με παρόμοια μάλιστα αντανακλαστικά. Και τα αντανακλαστικά δεν περιλαμβάνουν μόνο τις έντονες δημόσιες αντιδράσεις, αλλά και όσα το παρελθόν μας κληροδότησε: τη σιωπηρή πολλές φορές ακύρωση, μέσα από ψυχολογικούς μηχανισμούς, παράδοξους αλλά πανίσχυρους. Το Υπουργείο Παιδείας της Κύπρου και οι Ελληνοκύπριοι εκπαιδευτικοί είναι ίσως η μοναδική περίπτωση εκπαιδευτικού συστήματος στον κόσμο, που καταφέρνει για χρόνια να «υλοποιεί» την πολυπολιτισμική εκπαίδευση, χωρίς να την υλοποιεί καθόλου. Και μάλιστα να την αποστρέφεται στην ουσία της. Ο φρονηματιστικός χαρακτήρας δε του εκπαιδευτικού συστήματος θεωρείται τόσο αυτονόητος, ώστε η αποσιώπηση της αλήθειας και το ιστορικό ψεύδος να εμφανίζονται ανοιχτά ως απαρέγκλιτη υποχρέωση της εκπαίδευσης.

Θα χρειαστεί επομένως χρόνος και υπομονή για την ανάταξη του «ασθενούς». Είναι φορέας μιας ισχυρής παράδοσης εκκλησιαστικής μεταφυσικής, που απέδειξε ιστορικά ότι είναι εξαιρετικά ανθεκτική. Από την άλλη βεβαίως, σε μερικά χρόνια από σήμερα το γεγονός και μόνο ότι αυτά τα ζητήματα συζητιούνται, μπαίνουν στο τραπέζι και – με όλα τα προβλήματα – είναι παρών ένας λόγος διαφορετικός από τον κυρίαρχο, ενδεχομένως να ερμηνεύεται ως μια σημαντική ρήξη. Είναι ίσως γι’ αυτό το λόγο που οι επιλογές της σιωπής ή των χαμηλών τόνων εκ μέρους του προοδευτικού κόσμου – και ιδιαίτερα της επίσημης Αριστεράς – κατά τη δεκαετία του ’60, μπορεί να είναι εν μέρει κατανοητές επιλογές, είναι όμως ταυτόχρονα και παράδειγμα προς αποφυγή για το σήμερα.

Υποσημείωσεις

  1. Κωνσταντίνου Σπυριδάκι, Σύντομος Ιστορία της Κύπρου, Λευκωσία 1972, σ. 135-142.
  2. Κάτιας Χατζηδημητρίου, Ιστορία της Κύπρου, Λευκωσία 1979, σ. 146-8.
  3. Χάιντς Α. Ρίχτερ, Ιστορία της Κύπρου, τόμος πρώτος (1878-1949), εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ, σ. 92.
  4. George Hill, A History of Cyprus, vol. IV, Cambridge University Press, Cambridge 1952, p. 380.
  5. George S. Giorgallides, A political and Administrative History of Cyprus 1918-1926, εκδόσεις Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών, Λευκωσία 1979, σ. 47-52.
  6. Χάιντς Α. Ρίχτερ, ό.π. σ. 473-508.
  7. Panayiotis K. Persianis, Church and State in Cyprus Education, Λευκωσία 1978, σ. 66-69.
  8. ό.π. σ. 105-111.
  9. Στην πραγματικότητα με τον όρο αυτό αποδίδεται η προσπάθεια της Εκκλησίας της Κύπρου να πολιτικοποιήσει πιο άμεσα το ρόλο της μέσα από τη δημιουργία θεσμών πολιτικού χαρακτήρα, ασκώντας παράλληλα ασφυκτικό έλεγχο στο τμήμα της αστικής τάξης που συνεργαζόταν μαζί της.
  10. Andreas G. Anastassiades, The development of the administration of elementary education in Cyprus, Nicosia 1979. Οι Βρετανοί είχαν δώσει αρχικά έμφαση στον έλεγχο της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, θεωρώντας την πιο σημαντική στη διαδικασία αλφαβητισμού του πληθυσμού. Η Εκκλησία κράτησε – και μέσω της χρηματοδότησης – τον έλεγχο της δευτεροβάθμιας, την οποία θεωρούσε ως πιο σημαντική για τον φρονηματιστικό ρόλο που επιδίωκε.
  11. Παναγιώτη Κ. Περσιάνη, Συγκριτική Ιστορία της Εκπαίδευσης της Κύπρου (1800-2004), εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα 2005, σ.240.
  12. Κώστα Λυμπουρή, Η ίδρυση της ΟΕΛΜΕΚ και η λειτουργία της από το 1953 μέχρι το 1960, Λευκωσία 2005, σ.21-24.
  13. ό.π. σ. 159.
  14. Konstantinos Spyridakis, The Cyprus Educational Policy, Nicosia 1967. Βλέπε και νόμο για την ίδρυση του μεταβατικού Ελληνικού Γραφείου Παιδείας Law 19/1959, Cyprus Gazette No. 4240, 18.6.1959.
  15. Άρθρα 87,88,89 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας.
  16. Κώστα Γραικού, Κυπριακή Ιστορία, έκδοση γ΄, Λευκωσία 1991, σ.312-316.
  17. Αρίφ Χασάν Ταχσίν, Η άνοδος του Ντενκτάς στην κορυφή, μετάφραση Θανάσης Χαρανάς, εκδόσεις Αρχείο, Λευκωσία 2001, σ.83-86.
  18. Πασχάλη Κιτρομηλίδη «Το ιδεολογικό πλαίσιο της πολιτικής ζωής της Κύπρου: Κριτική θεώρηση», στο συλλογικό έργο Γιώργου Τενεκίδη – Γιάννου Κρανιδιώτη, επ., Κύπρος – Ιστορία, προβλήματα και αγώνες του λαού της, εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1981, σ.459.
  19. Βλέπε Μακάριου Δρουσιώτη, Η πρώτη διχοτόμηση – Κύπρος 1963-1964, εκδόσεις Αλφάδι, Λευκωσία 2005.
  20. Βλέπε Μακάριου Δρουσιώτη, Δύο απόπειρες και μια δολοφονία, εκδόσεις Αλφάδι, Λευκωσία 2009.
  21. Αναλογίες βεβαίως (τραυματικό παρελθόν, καθήκον μνήμης, επιλεκτική λήθη, πολιτική σκοπιμότητα και χρησιμοποίηση της ιστορίας) εντοπίζονται σε όλες σχεδόν τις χώρες των Βαλκανίων. Βλέπε Christina Koulouri, ‘Introduction’ στο Clio in the Balkans. The Politics of History Education, CDRSEE, Thessaloniki 2002, σ. 25-35. Ενδεχομένως όμως η περίπτωση της Κύπρου να είναι από τις πιο ακραίες, κυρίως σε διάρκεια και μεταλλαξιμότητα.
  22. Ο E. Hobsbaum επισημαίνει ότι ο εθνικισμός είναι το κλασικό παράδειγμα μιας κουλτούρας ταυτότητας που στηρίζεται πάνω στο παρελθόν μέσω μύθων μεταμφιεσμένων σε ιστορία. Θυμίζει δε ότι ο Έρνεστ Ρενάν παρατηρούσε πως ‘εδώ και περισσότερο από ένα αιώνα η λήθη, ή ακόμα και η παραχάραξη της ιστορίας, αποτελεί ουσιώδη παράγοντα της διαμόρφωσης ενός έθνους, γι' αυτό και η πρόοδος των ιστορικών σπουδών αποτελεί συχνά κίνδυνο για μια εθνικότητα’. Βλ. Ε. Hobsbaum, Για την Ιστορία, μετ. Π. Ματάλας, εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 1998, σ. 324-325.
  23. Panayiotis K. Persianis, The political and economic factors as the main determinants of education policy in independent Cyprus, εκδόσεις Παιδαγωγικού Ινστιτούτου Κύπρου, Λευκωσία 1981, σ.145-156, 193-203.

Το καλέμι. πλατφόρμα Ε/κ και Τ/κ εκπαιδευτικών Ενωμένη Κύπρος, Σεπτέβρης 2009

Κινητοποίηση ενάντια στη διχοτόμηση

Ενάντια στην διατήρηση της διχοτόμησης. Ενάντια στη συνέχιση του στάτους κβο. ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΗ ΕΠΑΝΕΝΩΜΕΝΗ ΚΥΠΡΟΣ

Δικοινοτική διαμαρτυρία στη Βουλή της Κυπριακής Δημοκρατίας για το ψήφισμά της για επιπλέον εορτασμό της "Ένωσις" στα σχολεία. Η ενωσιολογία υπηρετεί την διχοτόμηση.

Παρασκευή 24/2, 15.00 (ώρα νότου) Bi-communal protest at the Parliament of the Republic of Cyprus for its vote for extra celebration of "Enosis" in the schools. Enosiology serves partition.

Friday 24/2, 15.00 (south time), 16.00 (north time)

Πλατφόρμα Ε/κ και Τ/κ Εκπαιδευτικών Ενωμένη Κύπροςenter image description here

Var mısınız? / Are you in?

(English text below ) Kıbrıs Rum Meclisi'nin almış olduğu okullarda Enosis referandumunu kutlama kararının özünde, geçmiş ile yüzleşme süreçlerinin yaşanmaması ve barış güçlerinin bu konuyu hafife alması yatmaktadır. Karşılıklı suçlama oyununa gelin son verelim... Bu konu bize bir imkan sunuyor... önerim şu : 1. Her iki toplum birbirine karşı olan sorumluluğu gereği, militer kutlamaları sonlandırsın, toplumları rahatsız eden semboller kaldırılsın, 2. Bu yönde eğitim sistemi için alınmış tüm eski kutlama kararları durdurulsun, 3. Hemen eğitim alanında bir üst komite ile şoven, ırkçı ve nefret içeren tüm unsurlar ve eylemler her iki sistemden de hemen temizlensin. Perşembe günü yapılacak olan Liderler buluşmasının gündeminde yukarıda yazdıklarım da olsun...

Çatışma dili ve güç oyunları ile bu adada hiçbir soruna çözüm üretemeyiz !

Are you in? In the essence of the decision which the Greek Cypriot parliament took regarding the celebration of Enosis Plebiscite in schools, lies the lack of the effort to face the past, as well as the peace forces taking this lightly. Let’s end this two sided blame game… This issue grants us an opportunity… My proposal is: 1. Due to the mutual responsibility of the two communities, military commemorations should be ended, symbols which trouble the communities should be removed. 2. All decisions regarding celebrations and commemorations in schools, in this aspect should be halted. 3. With the aid of a higher committee, all elements including chauvinistic, racist and hateful ideas should be removed from both systems. The list of proposals I wrote above should also be in the agenda of the Leader’s meeting that will take place on Thursday… We cannot produce a solution to any problem with power games and conflict language. Asim Akansoy 14/2/2017

Χθες, αν ήμουν Τουρκοκύπριος, θα είχα αποφασίσει

Το ακούσαμε και αυτό: θα πρέπει να προβληματιστούμε για το πώς θα λειτουργούν οι Τουρκοκύπριοι, μετά τη λύση. Μετά από τα χτεσινά...! Είναι από εκείνες τις στιγμές που, ως άνθρωπος που θέλω λύση -καλή και λειτουργική λύση που θα μας συμφέρει και τους δύο και αυτή η λύση μπορεί να βρεθεί- ως τέτοιος άνθρωπος λοιπόν δηλώνω διπλά ευτυχής που είμαι Ε/Κ. Εάν ήμουν Τουρκοκύπριος θα είχα αποφασίσει χθες να ψηφίσω «Όχι» στην επανένωση. Κι ό,τι γίνει. Εάν έχει ευθύνες ο Ακιντζί; Έχει. Σοβαρές. Αλλά μετά από όλα όσα έγιναν είναι καιρός να θελήσουν κάποιοι πια να καταλάβουν μερικά απλά πράγματα: δεν ψάχνουμε λύση στην οποία εμείς θα είμαστε τα αφεντικά και οι Τουρκοκύπριοι υποτελείς. Και όσοι αυτό ψάχνουν και νομίζουν πως είναι εξυπνάδα, προκαλούν τεράστια ζημιά. Δεν με αφορά ποιος έφυγε πρώτος, ποιος είπε τι, εάν ο ένας δικός μας βγήκε για τσιγάρο και ύστερα μάθαμε ότι έκανε 45 λεπτά, εάν ο Ακιντζί θεώρησε πως αυτό ήταν αποχώρηση, εάν έπρεπε ή όχι, ποιος κτύπησε πόρτες και δεν ξέρω και εγώ τι άλλο στη χθεσινή συνάντηση. Εγώ βλέπω ένα επικίνδυνο συμβάν το οποίο θα μπορούσε να είχε εκτονωθεί απλά: εάν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας επέλεγε, έστω και αργά, να διαχωρίσει τη θέση του. Τίποτα άλλο. Να διαχωρίσει τη θέση του από τη σύμπραξη όσων επιδιώκουν το ναυάγιο αδιαφορώντας για τον κίνδυνο της διχοτόμησης -δηλαδή της συγκεκαλυμμένης ακροδεξιάς, του «κέντρου» με τη φανερή, τους νεοφασίστες του ΕΛΑΜ- αλλά και από τα όσα το δικό του κόμμα επιχείρησε να κερδίσει από αυτήν. Φωνάζουν πολλοί για τον Ακιντζί. Ωραία. Ας θεωρήσουμε ότι όλα τα έκανε στο πλαίσιο ενός show – κάτι που λέω ξεκάθαρα ότι δεν συμμερίζομαι. Τι πιο απλό; Ο Πρόεδρος να έπαιρνε μια πολιτική θέση έναντι ενός γεγονότος το οποίο και η παράταξή του, ο ΔΗΣΥ ο οποίος ευθύνεται για όσα συνέβησαν αλλά και ο ίδιος ο κυβερνητικός εκπρόσωπος χαρακτήρισαν σφάλμα. Αν είναι όντως σφάλμα ποια είναι η δυσκολία; Και εάν όντως ήταν σφάλμα και όχι κάτι πολύ χειρότερο και με σκοπιμότητα ενόψει συμμαχιών για τις προεδρικές του 2018, γιατί έχει πρόβλημα ο Πρόεδρος και ο ΔΗΣΥ να το διορθώσουν; Αυτό δεν απαιτεί η στοιχειώδης εντιμότητα από όλους μας όταν διαπιστώνουμε ότι σφάλλαμε; Άρα; Το θέμα της Ένωσης, το είπαμε δεκάδες φορές, είναι το πιο ευαίσθητο ζήτημα για την άλλη κοινότητα. Διότι ξυπνά ό,τι χειρότερο διαθέτουν σε αντιστάσεις έναντι της δικής μας καλής πρόθεσης. Όταν λοιπόν το ζήτημα προκύπτει από το πουθενά, με μια περίεργη μάλιστα συμπαιγνία της συγκεκαλυμμένης ακροδεξιάς με το εδώ παράρτημα της νεοναζιστικής συμμορίας της Ελλάδας και μια ακόμη πιο ύποπτη ανοχή από πλευράς του κυβερνώντος κόμματος… … και σ’ αυτό το τόσο ευαίσθητο για τους Τ/Κ ζήτημα -τα παθήματα του οποίου σε ΕΜΑΣ θα έπρεπε να είχαν γίνει μαθήματα πρωτίστως- η άλλη κοινότητα μάς λέει αλλάξτε το αφού είναι λάθος, το λέτε και αφού εμάς μας τρομάζει… … και η δική μας απάντηση είναι να τους κάνουμε διαλέξεις διά του Προέδρου είτε για τις παρελάσεις, είτε για το πόσο δίκαιο είχαμε τότε για την Ένωση η οποία λέει κατέληξε στο να τους δοθούν δυσανάλογα προνόμια, είτε για το ότι ψάχνουν λέει δικαιολογίες… … αλλά σταθερά αρνούμαστε να πούμε μισή λέξη για το ότι ΝΑΙ κατανοούμε τον λόγο για τον οποίον φοβούνται και ναι, θα διορθώσουμε το λάθος -το οποίο παραδεχόμαστε ότι είναι τέτοιο!- σεβόμενοι τις ανησυχίες τους για κάτι που εμείς προκαλέσαμε, τότε το θέμα ΔΕΝ είναι ο Ακιντζί. Και θα το γράψω ξανά: είναι ανήθικο να συμπεριφερόμαστε έτσι. Όπως είναι και πολύ δύσκολο πια να πειστεί η άλλη κοινότητα πως εάν τώρα, δεν τους ακούμε και τους αντιμετωπίζουμε με αυτή την περιφρόνηση για μια τέτοια γελοιότητα για μας, αύριο δεν θα το κάνουμε και για πολύ πιο σοβαρά ζητήματα. Και πως δεν θα επιχειρήσουμε και πάλι να τους θέσουμε σε καθεστώς υποτέλειας σε εμάς. Όποιος μιλά με Τουρκοκύπριους καταλαβαίνει πόσο έντονα φοβούνται αλλά και το αισθάνονται αυτό. Και, δυστυχώς, πρέπει να πω πως έχουν απόλυτο δίκαιο. Κάποτε οι αλήθειες δεν είναι ευχάριστες. Αλλά είναι καιρός να σταματήσουμε να ζούμε με τα ψέματα και με τη δική μας μονόπλευρη αντίληψη και την τάση μας να αυτοδικαιωνόμαστε για όλα. Ακόμη και για κάτι τέτοια, όπου ολοφάνερα εμείς φταίμε και εμείς τα προκαλούμε. Γιατί αυτές οι πρακτικές δεν αφορούν μόνο το Κυπριακό και τη διαχείρισή του αλλά και εμάς τους ίδιους και το αύριό μας. Το εάν θέλουμε να συνεχίσουμε να είμαστε ένας λαός ο οποίος νομίζει ότι έχει δίκαιο και είναι σωστός σε όλα, καταδικασμένος, ως τέτοιος, να μην αντιλαμβάνεται ποτέ γιατί τον βρίσκουν συμφορές, η μία μετά την άλλη, χωρίς να μπορεί να τις αποφύγει. Ας το σκεφτούμε λίγο. Δεν είναι ευχάριστο αλλά επιβάλλεται, όσο τίποτα άλλο μάλιστα.

Πηγή: http://politis.com.cy/article/chthes-an-imoun-tourkokiprios-tha-icha-apofasisi

Δελτίο Τύπου Δικοινοτικής Πρωτοβουλίας Ειρήνης- Ενωμένη Κύπρος

Δελτίο Τύπου

Η Δικοινοτική Πρωτοβουλία Ειρήνης - Ενωμένη Κύπρος, εκφράζει την απογοήτευση και την έντονη ανησυχία της σχετικά με τις εξελίξεις γύρω την απόφαση της Βουλής για τον εορτασμό στα δημόσια σχολεία του ενωτικού δημοψηφίσματος του 1950. Η Δικοινοτική Πρωτοβουλία επιθυμεί συγκεκριμένα να σημειώσει τα πιο κάτω:

  1. Καταδικάζει την προκλητική πρόταση του ακροδεξιού «κόμματος» να γιορτάζεται το ενωτικό δημοψήφισμα του 1950 , θεωρώντας την ως πράξη υπόσκαψης των διαπραγματεύσεων για την επίλυση του Κυπριακού προβλήματος στη βάση μιας Δικοινοτικής, Διζωνικής Ομοσπονδίας.

  2. Εκφράζει την έντονη της δυσαρέσκεια γιατί τα Ε/Κ κόμματα που αντιτίθενται σε Λύση στη βάση της υπό εξέλιξη διαδικασίας, εκμεταλλεύτηκαν την πρόκληση αυτή με στόχο να υποσκάψουν τη διαδικασία και να προετοιμάσουν το έδαφος για τις προεδρικές εκλογές του 2018.

  3. Εκφράζει την απογοήτευση της για τις δυνάμεις εκείνες που με την στάση τους επέτρεψαν να υιοθετηθεί από τη Βουλή αυτό το νομοσχέδιο.

  4. Εκφράζει την απογοήτευση της για κάποιες αποφάσεις και δηλώσεις στην ΤΚ Κοινότητα που επιτείνουν την κρίση που έχει προκληθεί και απειλούν την ίδια την διαδικασία των συνομιλιών.

  5. Ενώ σημειώνει ως θετική την επιβεβαίωση του Εθνικού Συμβουλίου ότι η Ε/Κ πλευρά δεν θεωρεί ότι η Ένωση μπορεί να επανέλθει ως επιλογή, κρίνει ως ατυχή την επίσημη άρνηση για αναθεώρηση της απόφασης της Βουλής και ως εξίσου ατυχές το γεγονός ότι η επίσημη Ε/Κ πλευρά επιδίδεται σε ρητορική αντιπαράθεσης που και αυτή απειλεί την ίδια την διαδικασία των συνομιλιών.

Η Δικοινοτική Πρωτοβουλία επιθυμεί περαιτέρω να υπογραμμίσει το σημαντικό ιστορικό γεγονός ότι το 1960 εγκαθιδρύθηκε η ανεξάρτητη Δημοκρατία της Κύπρου με την οποία διακηρυσσόταν ότι είναι παράνομη οποιαδήποτε απόπειρα για Ένωση ή Ταξίμ. Οι πράξεις δυνάμεων στην Ε/Κ και στην Τ/Κ Κοινότητα να ανατρέψουν το δρόμο προς την Ανεξαρτησία στο όνομα της Ένωσης και του Ταξίμ, οδήγησαν στα τραγικά γεγονότα που ακολούθησαν και τα οποία συνεχίζουν ακόμα να αναστατώνουν τις ζωές των ανθρώπων και να κρατούν μοιρασμένο το νησί μας και το λαό του.

Η παρούσα διαδικασία διαπραγμάτευσης που δυνητικά θα οδηγήσει σε μια Δικοινοτική, Διζωνική Ομοσπονδία με πολιτική ισότητα προσφέρει μια μοναδική ευκαιρία για επανένωση του νησιού μας και τη δημιουργία προοπτικών για ένα ειρηνικό μέλλον για τις αυριανές γενιές. Η απόφαση της Βουλής για το ενωτικό δημοψήφισμα δεν μπορεί να ερμηνευτεί με άλλο τρόπο παρά ως μια πολιτική πράξη η οποία υπονομεύει και θέτει εμπόδια σε αυτή τη διαδικασία.

Ως εκ τούτου η Δικοινοτική Πρωτοβουλία απαιτεί:

  1. Να ληφθούν όλα τα μέτρα για ακύρωση του κανονισμού για γιορτασμό του ενωτικού δημοψηφίσματος, θεωρώντας πως μια τέτοια απόφαση θα συμβάλει εποικοδομητικά στη δημιουργία της ορθής πολιτικής βάσης για διαφύλαξη της Ανεξαρτησίας της Κύπρου και στις προσπάθειες για την επανένωση του νησιού.

  2. Να τερματιστούν όλες οι επίσημες αντιπαραθέσεις και από τις δύο πλευρές και άμεσα να προγραμματιστεί συνάντηση των διαπραγματευτών για συνέχιση των συνομιλιών ως τη μόνη οδό για τη βελτίωση των σχέσεων και την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης.

Καλούμε τους ηγέτες των δύο κοινοτήτων να απέχουν από οποιεσδήποτε δηλώσεις οι οποίες διατηρούν την ατμόσφαιρα αντιπαράθεσης και να πάρουν μέτρα που θα επαναβεβαιώνουν τη δέσμευση τους στο διακηρυγμένο κοινό τους όραμα για ένα επανενωμένο και ειρηνικό νησί. Τους προτρέπουμε να προχωρήσουν αποφασιστικά στην επανεξέταση όλων των σημαντικών ζητημάτων που έχουν απομείνει στο τραπέζι των συνομιλιών με πνεύμα εποικοδομητικό και δημιουργικό, με τρόπο που να διασφαλίζει την επίτευξη συμφωνίας, πριν τη Διάσκεψη για την Κύπρο, τον ερχόμενο Μάρτιο.

Δικοινοτική Πρωτοβουλία Ειρήνης – Ενωμένη Κύπρος

Χρίστος Ευθυμίου 99439185 Σιενέρ Ελτζίλ 99982755